~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
.......................«Πολιτεία που δεν έχει σαν βάση της την παιδεία, είναι οικοδομή πάνω στην άμμο».

Αδαμάντιος Κοραής (1748 – 1833)

γιατρός και φιλόλογος, από τους πρωτεργάτες του νεοελληνικού διαφωτισμού.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

..."Σκέφτομαι πως αυτά τα τρία συστατικά πρέπει νά 'χει η ζωή: το μεγάλο, το ωραίο και το συγκλονιστικό. Το μεγάλο είναι να βρίσκεσαι μέσα στην πάλη για μια καλύτερη ζωή. Όποιος δεν το κάνει αυτό, σέρνεται πίσω απ' τη ζωή. Το ωραίο είναι κάθε τι που στολίζει τη ζωή. Η μουσική, τα λουλούδια, η ποίηση. Το συγκλονιστικό είναι η αγάπη... Νίκος Μπελογιάννης

ΥΦΟΣ

ΥΦΟΣ
ΥΦΟΣ Γράμματα, τέχνες, βιβλίο, πολιτισμός

Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2017

Από τη συνάντηση στο δέσιμο: Η συνάντηση του αστάθμητου υλισμού με τη διατομικότητα


Τεύχος 134, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 2016

ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟ ΔΕΣΙΜΟ:
Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΑΣΤΑΘΜΗΤΟΥ ΥΛΙΣΜΟΥ
ΜΕ ΤΗ ΔΙΑΤΟΜΙΚΟΤΗΤΑ
του Οδυσσέα Αϊβαλή

1. Εισαγωγή

Σε αυτή την εργασία θα περιγράψουμε τις αναλύσεις του αστάθμητου υλισμού και της διατομικότητας. Η υπόθεσή μας είναι ότι υπάρχουν σημαντικά σημεία τομής μεταξύ των δύο επεξεργασιών, οι οποίες άλλωστε έχουν και κοινές ρίζες.
Επίσης, θα προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε την κοινή λογική μεταξύ του αστάθμητου υλισμού και της διατομικότητας, τα σημεία στα οποία αλληλοσυμπληρώνονται οι επεξεργασίες, ώστε με αυτή τη λογική να προσεγγίσουμε εκ νέου τόσο το κοινωνικό όσο και το ατομικό.

2. Αστάθμητος υλισμός

Ο υλισμός του αστάθμητου αποτελεί μια απόπειρα να ξεπεραστεί το επιστημολογικό εμπόδιο του ιστορικισμού και της τελεολογίας της αναγκαιότητας, μέσω της ενδεχομενικότητας των συναντήσεων. Εγγράφεται σε μια γενεαλογία υλισμού που ξεκινά από τη βροχή του Επίκουρου, έως τον Σπινόζα και τον Μαρξ. Κάθε συνάντηση στοιχείων είναι αστάθμητη, θα μπορούσε και να μην είχε συμβεί, επίσης αστάθμητο είναι και το αν η συνάντηση θα δέσει ή όχι, όπως και το αν θα συνεχίσει να αναπαράγεται.
Πριν τη συγκρότηση της δομής υπάρχει το κενό, άπειρα άτομα πέφτουν στο κενό, χωρίς αιτία. Τα στοιχεία προϋπήρχαν απομονωμένα. Σε αντίθεση με τον υλισμό του υποκειμένου, σκιαγραφείται ο υλισμός μιας διαδικασίας, χωρίς υποκείμενο (Althusser 2006: 190). Οι παρεκκλίσεις των στοιχείων προκαλούν συναντήσεις, οι οποίες όταν διαρκούν δημιουργούν μια δομή, έναν κόσμο. Η συνάντηση δεν δημιουργεί τίποτε από την πραγματικότητα, παρέχει στα στοιχεία την πραγματικότητά τους, τα οποία χωρίς την παρέκκλιση και τη συνάντηση δεν θα είχαν υπόσταση. Μετά από τη στιγμή της συγκρότησης της δομής εγκαθιδρύεται το νόημα, είτε με τη μορφή της δομικής αιτιότητας, είτε ως ανάδραση της δομής στη στιγμή της συνάντησης (Αλτουσέρ 1994: 33-34).
Ο υλισμός του αστάθμητου υποδεικνύει την προτεραιότητα της υλικότητας. Μιας υλικότητας με την ευρύτερη δυνατή έννοια, όπως η υλικότητα ενός ίχνους ή της ιδεολογίας. Η πρωταρχικότητα της υλικότητας είναι καθολική, καθετί μπορεί να κυριαρχήσει, η κυριαρχία μετατοπίζεται (Αλτουσέρ 1994: 36-37).
Η εκάστοτε δομή αποτελείται από συναντήσεις στοιχείων με ανεξάρτητες ιστορίες, τα οποία δεν ήταν προδιαγεγραμμένα να συναντηθούν.1
Η συγκρότηση της δομής μετά την αστάθμητη συνάντηση και το αστάθμητο δέσιμο επανακαθορίζεται από συναντήσεις ή αντίστοιχα από απουσίες συναντήσεων σε δύο επίπεδα. Αφενός σε εσωτερικό επίπεδο, ανάμεσα στα στοιχεία της δομής και αφετέρου σε εξωτερικό επίπεδο, καθώς η δομή αποτελεί στοιχείο συναντήσεων με άλλες δομές (για παράδειγμα συνάρθρωση οικονομικού και πολιτικού επιπέδου).
Η αστάθμητη προσέγγιση του υλισμού επιτρέπει να ξεπεραστεί το εμπόδιο της ομοιογενούς συνέχειας του χρόνου, εισάγοντας την ιστορική ασυνέχεια της αστάθμητης συνάντησης. Τα στοιχεία αποτελούνται από ενικές ιστορίες, όπου μέσα από παρεκκλίσεις συναντώνται, χωρίς να έχουν σκοπό να συναντηθούν, αντίστοιχα δένουν χωρίς κάποια προϋπάρχουσα αιτία.2 Ο αστάθμητος δομισμός αναγνωρίζει την ανάδραση της δομής πάνω στη συνάντηση, με την έννοια της επίδρασης που ασκεί η δομή στα στοιχεία που συναντώνται και μετατρέπονται έτσι σε στοιχεία της δομής (Φουρτούνης 2008).
Η διαδικασία της αστάθμητης συνάντησης συνεχίζεται (Αλτουσέρ 2004). Η δομή που προκύπτει από τα στοιχεία που συναντώνται επαναπροσδιορίζεται, διαρκώς, όπως στο παράδειγμα του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής (ΚΤΠ), 3 όπου ο συσχετισμός δυνάμεων μεταβάλλεται μεταξύ των στοιχείων του εκάστοτε κοινωνικού σχηματισμού, αναδεικνύοντας τη θεμελιώδη σημασία της ταξικής πάλης. Η ενδεχομενικότητα της συνάντησης δεν αναιρεί την ανάγκη πολιτικής πρακτικής παρέμβασης, αφού αυτή καθορίζει τη νέα δομή που θα προκύψει ή την αναπροσαρμογή της υπάρχουσας δομής, συνεπώς και τη δομική ιστορία (Φουρτούνης 2007). Αντίστοιχα, η αναπαραγωγή των σχέσεων παραγωγής αποτελεί ένα άθροισμα αστάθμητων συναντήσεων, οι οποίες εγγράφονται στην αντίστοιχη πολιτική συγκυρία.
Η εκάστοτε πολιτική συγκυρία αποτελεί αποτέλεσμα αστάθμητων συναντήσεων. Το αντικείμενο της πολιτικής πρακτικής είναι η μετατόπιση της συγκυρίας στο επίπεδο της ταξικής πολιτικής πάλης (Πουλαντζάς 1985). Η συγκυρία είναι αποτέλεσμα συναντήσεων διαφορετικών κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων, οι οποίες με βάση την ταξική πάλη διαμορφώνουν τον συσχετισμό δυνάμεων. Η μετατόπιση του συσχετισμού δυνάμεων αντίστοιχα, διαμορφώνει τη δομή της πολιτικής πρακτικής και του πολιτικού επιπέδου.
Η σημασία της ταξικής πάλης σε κάθε επίπεδο είναι πρωταρχική για τον αστάθμητο δομισμό. Η συνάντηση είναι συγκρουσιακή, ενώ η δομή που προκύπτει από το δέσιμο είναι επίσης συγκρουσιακή δομή που καθορίζεται από τον συσχετισμό των δυνάμεων που συναντιούνται (Φουρτούνης 2008).
Η πολιτική πρακτική με βάση τον υλισμό του αστάθμητου, αναμετριέται πάντοτε με ένα ήδη διαμορφωμένο πεδίο αλλά επίσης με τον εγγενώς ανοιχτό χαρακτήρα του, ενώ η έννοια του κενού αντιστοιχεί τόσο στον ανοιχτό ορίζοντα των κοινωνικών πρακτικών όσο και στη διαρκή ύπαρξη δυνατοτήτων για νέες πρακτικές και νέες μορφές (Σωτήρης 2006).
Τη λογική της αστάθμητης συνάντησης τη βρίσκουμε επίσης σε διάφορα σημεία στο έργο του Μαρξ. Στην Πρωταρχική Συσσώρευση4 η συνάντηση κατόχων χρήματος και μέσων παραγωγής με τους ελεύθερους εργάτες με τη διπλή έννοια (χωρίς σχέσεις υποτέλειας, αλλά και χωρίς μέσα παραγωγής), έδεσε συγκροτώντας τη συγκρουσιακή δομή του ΚΤΠ (Μαρξ 1978: 739). Προγενέστερα, υπήρξαν συναντήσεις οι οποίες δεν έδεσαν, όπως για παράδειγμα οι Άραβες έμποροι και οι μισθοφόροι της Ρώμης, αναδεικνύοντας την ενδεχομενικότητα της συνάντησης ενικών στοιχείων. Οι αστάθμητες συναντήσεις κατόχων χρήματος και ελεύθερων κατόχων εργατικής δύναμης συνεχίζονται με τη μορφή στοιχείων της δομής του ΚΤΠ, η οποία επιδρά πάνω στις συναντήσεις, καθώς επίσης μεταβάλλεται ανάλογα με την έκβασή τους.
Απαραίτητες προϋποθέσεις για τη συνάντηση που αναπαράγει τη δομή του ΚΤΠ είναι η νομική ισότητα μεταξύ πωλητή και αγοραστή της εργατικής δύναμης καθώς και η πεπερασμένη διάρκεια της συμφωνίας, ώστε να διατηρηθεί η ελευθερία του κατόχου εργασιακής δύναμης (Μαρξ 1978: 180). Η εξέλιξη της συνάντησης, η αναπαραγωγή, η διευρυμένη αναπαραγωγή, η ανατροπή και ο μετασχηματισμός της δομής εξαιτίας της σύγκρουσης είναι αποτέλεσμα του εκάστοτε συσχετισμού δύναμης μεταξύ των στοιχείων του κεφαλαίου και της εργασίας, έγκειται λοιπόν στην προτεραιότητα της ταξικής πάλης.
Η σχέση ταξικής θέσης και ταξικής ταυτότητας αποτελεί επίσης ένα πεδίο αστάθμητης διάρθρωσης, ενώ ο όρος της ταξικής συνάφειας συμπυκνώνει τις συγκεκριμένες μορφές πολιτικής δράσης ή αδράνειας αντίστοιχα (Jessop 2011: 132).
Αντίστοιχο σημείο αστάθμητης λογικής συναντάμε στην 18η Μπρυμαίρ, στο διάσημο απόσπασμα που περιγράφεται ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι δημιουργούν την ιστορία τους. Οι συνθήκες μέσα στις οποίες δρουν δεν έχουν επιλεγεί από τους ίδιους (Μαρξ 1986: 15). Οι άνθρωποι διαμορφώνουν την ιστορία όχι όμως στο κενό, αλλά μέσα στο πλαίσιο δομών που επικαθορίζουν τα στοιχεία τους, με βάση τις ενικές ιστορίες τους.
Ο Μακιαβέλι στον Ηγεμόνα επεξεργάζεται την αστάθμητη συγκρότηση του κράτους (Fourtounis 2013: 50). Εάν η πρωταρχική συσσώρευση στο Κεφάλαιο αποτελεί τη συνάντηση που δένει και συγκροτεί τον ΚΤΠ, ο Ηγεμόνας περιγράφει την αντίστοιχη συνάντηση προκειμένου να συγκροτηθεί το εθνικό κράτος. Τα στοιχεία, αρετή και τύχη, συναντώνται στο κενό, ενώ ο Ηγεμόνας αποτελεί τη δομή που προκύπτει (Αλτουσέρ 1994: 130-131). Ο Ηγεμόνας είναι το αποτέλεσμα ενός συνδυασμού των στοιχείων της αρετής, της ευκαιρίας και της τύχης.
Το συμβάν που προκύπτει από τη συνάντηση της αρετής, της τύχης και της ενεργητικότητας, αποτελεί την ενδεχομενική εκκίνηση ενός μετασχηματισμού χωρίς προβλέψιμο τέλος. Πρόκειται για ένα συμβάν που συμβαίνει στο κενό του χρόνου. Η δράση γίνεται δυνατή μέσα στο κενό, δένοντας τα στοιχεία (Balibar 2011).

3. Ο αστάθμητος υλισμός στα πρώιμα έργα του Αλτουσέρ

Αν και η ρητή επεξεργασία του αστάθμητου υλισμού γίνεται από τον Αλτουσέρ στο κείμενο για το υπόγειο ρεύμα του υλισμού της συνάντησης (Althusser 2006), υπάρχουν επεξεργασίες σχετικά με τη λογική της συγκυρίας και της ενδεχομενικότητας και στα προγενέστερα έργα του (Σωτήρης 2011). Με την ανάγνωση του αστάθμητου δομισμού, ο ασταθμητισμός συναρθρώνεται με τον δομισμό, δηλαδή η σχέση της δομικής αιτιότητας με την ενδεχομενικότητα.
Όπως είδαμε, στις επεξεργασίες για την πολιτική θεωρία του Μακιαβέλι, η αστάθμητη συνάντηση Τύχης και Αρετής συγκροτεί τη νέα δομή του έθνους-κράτους. Η μορφή μιας ευνοϊκής συνάντησης είναι δυνατόν να σχηματιστεί μεταξύ δύο όρων, όπως για παράδειγμα μεταξύ των αντικειμενικών συνθηκών της συγκυρίας και των υποκειμενικών συνθηκών της αρετής (Althusser 1999: 74). Οι μορφές των συναντήσεων καθορίζονται από την αντιστοιχία ή μη της “Fortuna” και της συγκυρίας. Η ενδεχομενικότητα της συνάντησης έγκειται στο δέσιμο των στοιχείων της συγκυρίας.
Νωρίτερα, στις επεξεργασίες του Αλτουσέρ για τον ιστορικό χρόνο, συναντάμε την κριτική στην ιστορικιστική εγελιανή προσέγγιση της συνέχειας και της ομοιογένειας του χρόνου. Η εγελιανή κοινωνική ολότητα θα επέτρεπε μια «τομή ουσίας», μια κάθετη τομή του ιστορικού χρόνου στο παρόν, η οποία θα επέτρεπε στα στοιχεία του όλου να βρίσκονται σε άμεση σχέση μεταξύ τους, εκφράζοντας άμεσα την εσωτερική τους ουσία (Αλτουσέρ 2003: 307).
Για τον Αλτουσέρ κάθε επίπεδο έχει τον δικό του χρόνο, χαρακτηρίζεται από σχετική αυτονομία μέσα στο όλο, με έναν ορισμένο τρόπο συνάρθρωσης εντός του όλου (Αλτουσέρ 2003: 315). Η διαφοροποίηση με την ιστορικιστική προσέγγιση του χρόνου έγκειται στο ότι η «τομή ουσίας» σε ένα επίπεδο, δεν αντιστοιχεί με κάποια τομή των άλλων επιπέδων, καθώς το κάθε επίπεδο χαρακτηρίζεται από τους δικούς του ρυθμούς. Η δομή του όλου συναρθρώνει τα επίπεδα μέσα από τη συνύπαρξη μιας παρουσίας επιπέδων με απουσίες άλλων επιπέδων αντίστοιχα, ακυρώνοντας την έννοια της συγχρονικότητας (Αλτουσέρ 2003: 321-322).
Η δομή χαρακτηρίζεται από τη μη-συγχρονικότητα, από την πολλαπλή χρονικότητα. Η δομή ενέχει την ενδεχομενικότητα, ως αποτέλεσμα συναντήσεων ιστοριών και ρυθμών, αστάθμητα μεταβαλλόμενων (Morfino 2014: 465).

4. Η έννοια της διατομικότητας

Η διατομική προσέγγιση επιτρέπει να συλληφθεί η παραγωγή του ατόμου και η συγκρότηση της κοινωνίας ως ενιαία και ταυτόχρονη διαδραστική διαδικασία. Το άτομο προσεγγίζεται ως μια ανοιχτή σχέση καθορισμού αλλά και ως μια σχέση δημιουργική. Το άτομο δεν είναι δεδομένο εκ των προτέρων και αφηρημένο, αλλά παράγεται και κατασκευάζεται. Επίσης, δεν είναι το μέρος στο οποίο κατοικεί μια ουσία, η οποία είναι η ουσία του όλου (Μπαρτσίδης 2006).
Οι δύο θέσεις της διατομικής προσέγγισης συνοψίζονται πρώτον, στην προτεραιότητα της διαδικασίας ατομίκευσης έναντι του ατόμου και δεύτερον, στην προτεραιότητα της σχέσης ως προς τα στοιχεία της. Η έννοια της μετασταθερής ισορροπίας που περιγράφει τη διαδικασία ατομίκευσης, προσδιορίζει τις συνθήκες ασταθούς ισορροπίας μέσα στις οποίες πραγματοποιείται η συγκρότηση του ατόμου. Οι συνθήκες της διατομικής συγκρότησης είναι συνθήκες έντασης και ενδεχομενικότητας, ενώ η χρονικότητα δεν είναι στιγμιαία, αλλά συνεχής δραστηριότητα, αφήνοντας χωρικό και χρονικό περιθώριο μετασχηματισμού της ατομίκευσης. Το διατομικό ορίζεται ως συνάρθρωση σχέσεων που συγκροτούν συγχρόνως την ψυχική και τη συλλογική ατομίκευση (Morfino 2014: 448-452).

Η διατομικότητα ως αστάθμητη συνάντηση

Στην έκτη θέση για τον Φόυερμπαχ ο Μαρξ προσεγγίζει την ανθρώπινη ουσία ως το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων (Marx 2014: 161). Αντίστοιχα, η έννοια της διατομικότητας αναλύει τη συγκρότηση της ατομικότητας ως σχεσιακής διαδικασίας, δηλαδή ως αποτέλεσμα και διαδικασία κοινωνικών σχέσεων. Οι συναντήσεις μπορούν να ειδωθούν ως αστάθμητες διατομικές δράσεις, εγγενείς στην ιστορική διαδικασία (Balibar 2014: 361). Σε αντίθεση με την ατομιστική και την ολιστική οπτική (προτεραιότητα ατόμου και όλου αντίστοιχα), η διατομική προσέγγιση μετατοπίζει το ερώτημα στη σχέση, στον χώρο ανάμεσα στα άτομα, που δημιουργείται από το σύνολο των αλληλεπιδράσεών τους (Μπαλιμπάρ 1999: 53-54).
Η διεργασία της ατομίκευσης είναι ακαθόριστη (Μπαρτσίδης 2014: 70), αποτέλεσμα αστάθμητων συναντήσεων που συγκροτούν σχεσιακά το άτομο. Η οντότητα είναι προϊόν συνάντησης, χωρίς τα στοιχεία της να προδιαγράφουν το αποτέλεσμα που θα προκύψει (Morfino 2008).
Για τον Σπινόζα, η σύγκρουση των διαθέσεων είναι αποτέλεσμα συναντήσεων ανάμεσα στη συνθετότητα του σώματος και τη συνθετότητα των σχέσεων με άλλα σώματα. Η αγάπη και το μίσος προσεγγίζονται ως αλληλουχίες συναισθημάτων που ενισχύονται από την επανάληψη των συναντήσεων (Balibar 2010: 72). Ο ενσώματος υλισμός του Σπινόζα αντιλαμβάνεται τον ενσώματο εαυτό ως διαδικασία μετασχηματισμού στη συνάντηση με τον Άλλο. Το σώμα αποτελεί σημείο διεπαφής του βιολογικού, του συμβολικού και του κοινωνικού. Η ενσωματότητα του υποκειμένου, μέσα από τις σχέσεις με άλλα σώματα, επηρεάζει και επηρεάζεται, αποτελώντας πεδίο μετασχηματισμών στο πλαίσιο συλλογικοτήτων (Μπραϊντόττι 2014: 14-15). Η έμφυλη ταυτότητα και η σεξουαλικότητα συγκροτούνται κοινωνικά μέσα από κοινωνικές σχέσεις πρακτικές.
Παρόμοιες συναντήσεις συγκροτούν την αλυσίδα σημαινόντων του Πραγματικού. Το Πραγματικό, στην αλυσίδα των σημαινόντων, αποτελεί το κενό ανάμεσα στα σημαίνοντα όπου διαλύεται η σημασία, ενώ δημιουργούνται νέες σημασίες. Το Πραγματικό αποτελεί τον τόπο και τον χρόνο της ελλιπούς συνάντησης, η στιγμή της τύχης (Παπαδάκος και Φραγκοπούλου 2011: 107). Η λειτουργία του Πραγματικού μέσα στην επανάληψη περιγράφει τις σχέσεις του υποκειμένου με την κατάστασή του. Το Πραγματικό αποτελεί συνάντηση, που καθορίζεται από τη λειτουργία της τύχης, μια συνάντηση που μπορεί να αποτύχει, να μη δέσει. Το Πραγματικό παίρνει τη μορφή του τραύματος, όταν επισυμβαίνει η συγκρουσιακή αντίθεση της αρχής της ευχαρίστησης με την αρχή της πραγματικότητας (Λακάν 1982: 77). Η αποτυχημένη συνάντηση αναδεικνύει τη θέση του Πραγματικού που μετατρέπει το τραύμα σε φαντασίωση (Λακάν 1982: 83).
Αντίστοιχα, το ασυνείδητο διατομικό, ως ο εμμενής Άλλος, αποφασίζει το αληθινό νόημα της εκφερόμενης γλώσσας, ή αλλιώς το ασυνείδητο είναι ο λόγος του Άλλου (Chiesa 2014: 441). Στο ασυνείδητο υπάρχει ένα διατομικό στοιχείο, ενώ τα δρώντα αποτελέσματα του ασυνείδητου εμφανίζονται στο άτομο (Αλτουσέρ 1991).
Το αποτέλεσμα της υποκειμενικότητας παράγεται με διαφορετικό τρόπο εντός των διαφορετικών τύπων λόγου, ιδεολογικού, επιστημονικού, ασυνείδητου (Morfino 2014: 466). Η θέση του υποκειμένου διαφέρει, το ιδεολογικό υποκείμενο για παράδειγμα συμμετέχει στον ιδεολογικό λόγο, αποτελεί ένα καθορισμένο σημαίνον του λόγου. Αντίθετα, το υποκείμενο του ασυνείδητου λόγου απουσιάζει από το λόγο, ενώ ένα σημαίνον «κρατάει τη θέση του» στην αλυσίδα των σημαινόντων (Althusser 2003: 48-49).
Το διατομικό ως τόπος συγκρότησης του ατομικού και του κοινωνικού, αποτελείται από τη συνάρθρωση του ιδεολογικού λόγου και του λόγου του ασυνείδητου (Morfino 2014: 467). Για παράδειγμα, οι λειτουργίες που αναλαμβάνονται από φορείς, στο οικονομικό, πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο, εξασφαλίζονται από την έγκλιση των υποκειμένων από την ιδεολογία, όμως είναι εξίσου απαραίτητο το ασυνείδητο αποτέλεσμα, ώστε η λειτουργία να εξασφαλιστεί μέσα στην παραγνώριση (Althusser 2003: 51-52).


5. Η συνάντηση αστάθμητου δομισμού και διατομικότητας

Τα κοινά σημεία της λογικής του αστάθμητου δομισμού με τη διατομικότητα μας επιτρέπουν να συνδυάσουμε τις δύο επεξεργασίες, προκειμένου να συγκροτήσουμε ένα μεθοδολογικό πλαίσιο ανάλυσης. Για παράδειγμα, η κοινωνία αποτελεί για τη διατομική προσέγγιση ένα άκεντρο σύστημα σχέσεων, πολύπλοκο και διαστρωματωμένο. Οι δύο θέσεις της διατομικής προσέγγισης συνοψίζονται πρώτον, στην προτεραιότητα της διαδικασίας ατομίκευσης έναντι του ατόμου και δεύτερον, στην προτεραιότητα της σχέσης ως προς τα στοιχεία της. Η έννοια της μετασταθερής ισορροπίας που περιγράφει τη διαδικασία ατομίκευσης, προσδιορίζει τις συνθήκες ασταθούς ισορροπίας μέσα στις οποίες πραγματοποιείται η συγκρότηση του ατόμου. Οι συνθήκες της διατομικής συγκρότησης είναι συνθήκες έντασης και ενδεχομενικότητας, ενώ η χρονικότητα δεν είναι στιγμιαία, αλλά συνεχής δραστηριότητα, αφήνοντας χωρικό και χρονικό περιθώριο μετασχηματισμού της ατομίκευσης. Το διατομικό ορίζεται ως συνάρθρωση σχέσεων που συγκροτούν συγχρόνως την ψυχική και τη συλλογική ατομίκευση (Morfino 2014: 454).
Για τον υλισμό του αστάθμητου, μια συγκεκριμένη κοινωνία, ως δομή, συγκροτείται από τις συναντήσεις στοιχείων, τα οποία δεν ήταν προκαθορισμένα να συναντηθούν. Οι συναντήσεις και άρα το αστάθμητο δέσιμο στην κοινωνική δομή εμπεριέχει το στοιχείο της ενδεχομενικότητας. Επίσης, η εξέλιξη, η συνέχεια της κοινωνίας, ή η αντίστοιχη ασυνέχεια, είναι αστάθμητο ενδεχόμενο, καθώς οι σχέσεις μεταξύ των στοιχείων της δομής επαναπροσδιορίζονται συγκρουσιακά. Παράλληλα, η δομή αποτελεί ταυτόχρονα στοιχείο για άλλες δομές, με αντίστοιχες διαδικασίες συνάντησης, όπως για παράδειγμα ένας συγκεκριμένος κοινωνικός σχηματισμός αποτελεί μια δομή με επιμέρους στοιχεία, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί στοιχείο μιας ευρύτερης δομής, ενός υπερεθνικού μηχανισμού, ιμπεριαλιστικής οργάνωσης ή διεθνοποίησης κεφαλαίου.
Αν η διατομικότητα χαρακτηρίζεται από την περίπλοκη συνύφανση σχέσεων, η συνάρθρωσή της με τον αστάθμητο υλισμό οδηγεί στην απόρριψη της σταθερότητας και στην προσέγγιση του διατομικού ως πολύπλοκο δίκτυο συναντήσεων, όπου η πραγματοποίησή τους ή μη είναι δυνατόν να μετασχηματίσει ολόκληρο το πλέγμα, επ’ άπειρον (Morfino 2014: 462).

5.1. Ο κρίκος του κενού

Η ένταξη της έννοιας του κενού στον υλισμό του αστάθμητου και στη διατομικότητα αποτελεί ένα ακόμη κοινό πεδίο των δύο επεξεργασιών. Στη βροχή του Επίκουρου, τα άτομα πέφτουν παράλληλα στο κενό και με παρεκκλίσεις που δεν ήταν προκαθορισμένες, συναντιούνται. Για τη διατομική προσέγγιση, το άτομο συγκροτείται στον χώρο μεταξύ του ατόμου και των άλλων ατόμων, στο κενό μεταξύ ατόμων που σχετίζονται.
Η έννοια του κενού και η αντίστοιχη λογική, είναι καθοριστική στη διατύπωση μιας αφήγησης που αντιπαρατίθεται στον μηχανικιστικό υλισμό και στον τελεολογικό ιδεαλισμό, χωρίς να είναι σαφής η διάκριση μεταξύ τους.
Η ενδεχομενικότητα του κενού, ο μη προκαθορισμένος χαρακτήρας μιας δομής που προκύπτει και ενός ατόμου που συγκροτείται, είναι ο κρίκος που ενώνει την αστάθμητη με τη διατομική λογική. Όπως επίσης ενδεχομενικό είναι το αν και με ποιο τρόπο η δομή και το άτομο αντίστοιχα θα αναπαράγεται ως έχει ή αν θα μετασχηματιστεί σε κάτι καινούριο, εξαιτίας αστάθμητων συναντήσεων.

5.2. Η σχεσιακή ρίζα

Κοινός υπόγειος τόπος των δύο λογικών είναι η σχεσιακή προσέγγιση. Αν στη διατομικότητα γίνεται ρητά, με τη συγκρότηση της ατομικότητας μέσα από κοινωνικές σχέσεις, στον αστάθμητο υλισμό υπάρχει υπόρρητα.
Οι συναντήσεις που δένουν, αποτελούν συγκρουσιακές σχέσεις μεταξύ των στοιχείων. Τόσο πριν το δέσιμο, όσο και μετά, στην αναπαραγωγή ή στον μετασχηματισμό της συγκροτημένης δομής, τα στοιχεία σχετίζονται μέσω συναντήσεων, ενώ ο αντίστοιχος συσχετισμός δυνάμεων τη στιγμή της εκάστοτε σύγκρουσης καθορίζει το αποτέλεσμα της συνάντησης.
Η γενεαλογία της σχεσιακής προσέγγισης περνά από τις αναλύσεις του Μαρξ για το κεφάλαιο ως σχέση (Μαρξ 1978) και όπως είδαμε για την ανθρώπινη ουσία ως σύνολο κοινωνικών σχέσεων. Στην ίδια λογική, βρίσκουμε τη σχεσιακή ανάλυση της εξουσίας από τον Foucault (2011), ως δράσεις επί δράσεων και την ανάλυση του κράτους από τον Πουλαντζά (1978) ως συμπύκνωση του συσχετισμού δύναμης.
Το κεφάλαιο για τον Μαρξ είναι η σχέση καπιταλιστικής οικονομικής εκμετάλλευσης και εξουσίας, η οποία τίθεται σε κίνηση μέσω του χρήματος. Η υπεραξία αντίστοιχα, νοείται ως μια ιδιαίτερη κοινωνική σχέση, ως η ειδικά καπιταλιστική εκμετάλλευση (Μηλιός, Δημούλης, Οικονομάκης 2005: 82). Η χρηματική μορφή αποτελεί την υλική ενσάρκωση των κοινωνικών σχέσεων που χαρακτηρίζουν τον ΚΤΠ (Μηλιός, Δημούλης, Οικονομάκης 2005: 74).
Ο Φουκώ, περιγράφοντας έμμεσα τη σχεσιακή προσέγγιση, θα ορίσει την εξουσία ως πολλαπλότητα σχέσεων δύναμης. Συνθήκη δυνατότητας της εξουσίας αποτελεί το ασταθές πεδίο των σχέσεων δύναμης, ενώ διαχέεται παντού επειδή παράγεται διαρκώς, σε κάθε σχέση ενός σημείου με κάποιο άλλο σημείο (Foucault 2011: 109-110).


6. Ο αστάθμητος δομισμός ως ανανέωση της πολιτικής πρακτικής

Η λογική του αστάθμητου οδηγεί σε επαναπροσέγγιση τόσο της πολιτικής θεωρίας όσο και της πρακτικής (Σωτήρης 2006). Αν η πολιτική πρακτική γίνεται αντιληπτή ως η δυνατότητα μεταβολής του συσχετισμού δύναμης στη συγκεκριμένη συγκυρία, με ανοικτό αποτέλεσμα, αναδεικνύεται η προτεραιότητα της αντίθεσης κεφαλαίου εργασίας.
Με την προσέγγιση του αστάθμητου δομισμού η «ανοικτότητα» ή η ενδεχομενικότητα του αποτελέσματος της σύγκρουσης δεν προσιδιάζει στην τυχαιότητα και άρα σε μια σχετικιστική προσέγγιση. Αντίθετα, η ανάδραση της δομής, η επίδραση για παράδειγμα του ιδεολογικού επιπέδου στην πολιτική πρακτική, επιδρά στον καθορισμό της εκάστοτε συνάντησης.
Πιο συγκεκριμένα, θα χρησιμοποιήσουμε το παράδειγμα των εργασιακών σχέσεων ως συγκρουσιακών συναντήσεων μεταξύ εργατικής και αστικής τάξης, στο οικονομικό επίπεδο, τα αποτελέσματα των οποίων συμπυκνώνονται (μεταξύ άλλων τόπων) στο εργατικό δίκαιο του (εκάστοτε) κοινωνικού σχηματισμού. Βλέπουμε έτσι σε μία δεδομένη χρονική συγκυρία, στον ίδιο κοινωνικό σχηματισμό, να διαφοροποιούνται οι εργασιακές σχέσεις ανά κλάδο ανάλογα με το βαθμό συνδικαλισμού των εργαζομένων στον αντίστοιχο κλάδο (χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Γερμανίας5 ).
Επομένως, παράμετροι όπως ο συνδικαλισμός και η ποιότητά του, για παράδειγμα η ένταξη στα συνδικάτα μεταναστών εργατών και επισφαλώς εργαζόμενων, ή η αλληλεγγύη μεταξύ εργατών, καθορίζουν την έκβαση της σύγκρουσης και αντίστοιχα επενεργούν στην έκβαση της συγκυρίας.
Η κοινωνική δομή επιδρά πάνω στη σύγκρουση με τον βαθμό στον οποίο οι ταξικοί αγώνες (ή η απουσία τους αντίστοιχα), εγγράφονται μέσω του πολιτικού επιπέδου στο εργατικό δίκαιο. Αντίστοιχα ο βαθμός επίδρασης της κυρίαρχης ιδεολογίας στις εργαζόμενες τάξεις, αντανακλάται στο βαθμό εμπλοκής στη σύγκρουση. Για παράδειγμα η υιοθέτηση της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας περί ατομικής λύσης μέσω του ανταγωνιστικού «ατομικού κεφαλαίου» και της αντίστοιχης απαξίωσης των συλλογικών συνδικαλιστικών αγώνων, είναι δυνατόν να οδηγήσει σε εκτεταμένες τάσεις αποσυνδικαλισμού.

7. Συμπεράσματα

Διαμορφώνεται ένα κοινό πεδίο αναλύσεων μεταξύ του αστάθμητου υλισμού και της διατομικότητας. Επιπλέον, σε αρκετά σημεία οι αναλύσεις αλληλοσυμπληρώνονται ως προς τη σχέση ατομικού - κοινωνικού.
Η χρησιμότητα αυτών των επεξεργασιών και η σύνθεσή τους σε ένα κοινό πλαίσιο, ενισχύει την επαναπροσέγγιση τόσο του κοινωνικού όσο και του ατομικού. Αν τρόποι παραγωγής και άτομα συγκροτούνται μέσα από αστάθμητες συγκρουσιακές συναντήσεις, τα συμπεράσματα που εξάγονται είναι σημαντικά, σε πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο. Καταρρίπτεται η ιστορικιστική, μηχανιστική αντίληψη για την προκαθορισμένη εξέλιξη της ιστορίας, όπως και το νεοφιλελεύθερο ιδεολόγημα της μη ύπαρξης εναλλακτικής από το υπάρχον κοινωνικό σύστημα. Αποδομείται η ουσιοκρατική προσέγγιση του ατόμου, το άτομο συγκροτείται μέσα σε κοινωνικές σχέσεις, δεν καθορίζεται από μια ανθρώπινη ουσία. Αντίστοιχα ασκείται ριζική κριτική στη φιλελεύθερη και νεοφιλελεύθερη προσέγγιση του εξατομικευμένου ανθρώπου, που από τη φύση είναι ανταγωνιστικός προκειμένου να επιβιώσει.
Η σημασία της πολιτικής επανακαθορίζεται στην οργάνωση της στρατηγικής στην ταξική πάλη, ως συγκρουσιακή πολιτική συνάντηση. Η ταξική μεροληψία των πολιτικών υποκειμένων εγγράφεται στη μετατόπιση της εκάστοτε συγκυρίας προς τη μεριά της αντίστοιχης κοινωνικής τάξης. Η συνεχής ύπαρξη της κοινωνικής σύγκρουσης στο εσωτερικό του κοινωνικού σχηματισμού, αναιρεί οποιαδήποτε αφήγημα εθνικής ενότητας και λαϊκού μετώπου. Η πολιτική πρακτική έγκειται στη συγκρότηση πολιτικών συλλογικών υποκειμένων με ταξική μεροληψία και ταξική συνάφεια, προκειμένου να υπάρξει σχεδιασμός της σύγκρουσης και η ικανότητά της να ανταποκρίνεται αποτελεσματικά στα επίδικα της εκάστοτε συγκυρίας.

Βιβλιογραφία

Αλτουσέρ, Λ. (1994), Φιλοσοφικά. Αθήνα: Πολίτης.
Althusser, L. (1999), Machiavelli and Us. London and New York: Verso.
Althusser, L. (2003), Το αντικείμενο του Κεφαλαίου, στο Althusser L. κ.ά., Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Althusser, L. (2003), The Humanist Controversy. London and New York: Verso.
Αλτουσέρ, Λ. (2004), Το υπόγειο ρεύμα του υλισμού της συνάντησης. Θέσεις, τ. 88: 86-93.
Althusser, L. (2006), Philosophy of the Encounter. Later Writings 1978-87. London, New York: Verso.
Balibar, E. (2010), Ο φόβος των μαζών. Σπινόζα, Μαρξ, Φουκώ. Αθήνα: Πλέθρον.
Balibar, E. (2011), Εσχατολογία/Τελεολογία. Ένας φιλοσοφικός διάλογος σε εκκρεμότητα και το διακύβευμα του σήμερα, Σύγχρονα θέματα, τ. 115: 49-60.
Balibar, E. (2014), Από τη Φιλοσοφική Ανθρωπολογία στην Κοινωνική Οντολογία και πάλι πίσω: Τι να κάνουμε με την 6η Θέση του Μαρξ για τον Φόυερμπαχ; στο Μ. Μπαρτσίδης (επιμ.), Διατομικότητα. Κείμενα για μια οντολογία της σχέσης. Αθήνα: Νήσος, 327-378.
Chiesa, L. (2014), Η έννοια του μηνύματος, στο Μ. Μπαρτσίδης (επιμ.), Διατομικότητα. Κείμενα για μια οντολογία της σχέσης. Αθήνα: Νήσος: 437-446.
Foucault, M. (2011), Ιστορία της σεξουαλικότητας, 1. Η βούληση για γνώση. Αθήνα: Πλέθρον.
Jessop, B. (2011), Κρατική εξουσία: μια στρατηγική-σχεσιακή προσέγγιση. Αθήνα: Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου.
Λακάν, Ζ. (1982), Το σεμινάριο, βιβλίο ΧΙ. Οι τέσσερις θεμελιακές έννοιες της Ψυχανάλυσης. Αθήνα: Κέδρος.
Μαρξ, Κ. (1978), Το Κεφάλαιο, τ. 1. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.
Μαρξ, Κ. (1986), Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη. Αθήνα: Θεμέλιο.
Marx, K. (2014), 6η Θέση για τον Φόυερμπαχ, στο Μ. Μπαρτσίδης (επιμ.), Διατομικότητα. Κείμενα για μια οντολογία της σχέσης. Αθήνα: Νήσος.
Μηλιός, Γ., Δημούλης, Δ., Οικονομάκης., Γ. (2005), Η θεωρία του Μαρξ για τον καπιταλισμό. Πλευρές μιας θεωρητικής και πολιτικής ρήξης. Αθήνα: Νήσος.
Morfino, V. (2008), Η προτεραιότητα της συνάντησης επί της μορφής. Θέσεις τ. 103.
Morfino, V. (2014), Ατομίκευση και διατομικότητα. Από τον Σιμοντόν στον Αλτουσέρ, στο Μ. Μπαρτσίδης (επιμ.), Διατομικότητα. Κείμενα για μια οντολογία της σχέσης. Αθήνα: Νήσος: 447-475.
Μπαλιμπάρ, Ε. (1999), Η φιλοσοφία του Μαρξ. Αθήνα: Νήσος.
Μπαρτσίδης, Μ. (2006), Για την έννοια της διατομικότητας, Μπαλιμπάρ και Σπινόζα, Θέσεις τ. 95: 127-146.
Μπαρτσίδης, Μ. (2008), O κόσμος της ζωής και ο κόσμος της ιστορίας. Θέσεις τ. 103: 115-122.
Μπαρτσίδης, Μ. (2014), Εισαγωγή, στο Διατομικότητα. Κείμενα για μια οντολογία της σχέσης. Αθήνα: Νήσος.
Μπραϊντόττι, Ρ. (2014), Νομαδικά υποκείμενα. Ενσωμάτωση και έμφυλη διαφορά στη σύγχρονη φεμινιστική θεωρία. Αθήνα: Νήσος.
Ντέρε, Κ. (2015), Το γερμανικό εργασιακό θαύμα. Μοντέλο για την Ευρώπη; Αθήνα: Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ.
Παπαδάκος, Β. και Φραγκοπούλου, Ζ. (2011), Από τον Φρόυντ στον Λακάν. Εισαγωγή σε δέκα βασικές ψυχαναλυτικές έννοιες. Αθήνα: Νήσος.
Πουλαντζάς, Ν. (1985), Πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις, τ. α΄. Αθήνα: Θεμέλιο.
Πουλαντζάς, Ν. (2008), Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός. Αθήνα: Θεμέλιο.
Σωτήρης, Π. (2006), Ο υλισμός της συνάντησης: αναζητήσεις και αντιφάσεις του ύστερου Αλτουσέρ, περιοδικό Κριτική: Επιστήμη και Εκπαίδευση, τ. 4: 3-20.
Φουρτούνης, Γ. (2007), Ο ύστερος υλισμός του Λ. Αλτουσέρ και η επιστημολογική τομή. Θέσεις τ. 98.
Φουρτούνης, Γ. (2008), Δομή, αστάθμητο και βία στην έννοια του τρόπου παράγωγης. Θέσεις τ. 102.
Fourtounis, G. (2013), An immense aspiration to being: the causality and temporality of the aleatory, στο K. Diefenbach et al. (eds.), Encountering Althusser. Politics and Materialism in Contemporary Radical Thought. London, New York: Bloomsbury: 43-60.
1 «Αυτό που προέχει, σε αυτήν την αντίληψη, δεν είναι τόσο η εκφορά των νόμων, και συνεπώς μιας ουσίας, όσο ο αστάθμητος χαρακτήρας της “εμπέδωσης” [“prise”] αυτής της συνάντησης που προωθεί το συντελεσμένο γεγονός, για το οποίο μπορούμε να διατυπώσουμε νόμους. Μπορούμε να τα πούμε όλα αυτά με διαφορετικό τρόπο: το όλο που προκύπτει από την “εμπέδωση” της “συνάντησης” δεν είναι προγενέστερο, αλλά μεταγενέστερο της “εμπέδωσης” των στοιχείων, και συνεπώς θα μπορούσε να μην “πιάσει” και, πολύ περισσότερο, “η συνάντηση θα μπορούσε να μη λάβει χώρα”», Αλτουσέρ 2004: 88.
2 «Εάν συλλογιστούμε έστω και λίγο ως προς τις προκείμενες αυτής της αντίληψης, θα παρατηρήσουμε ότι θέτει ανάμεσα στη δομή και τα στοιχεία που θεωρείται ότι συνδέει μια πολύ ιδιαίτερη σχέση. […] Τα στοιχεία αυτά δεν υπάρχουν στην ιστορία για να υπάρξει ένας τρόπος παραγωγής· αλλά υπάρχουν σε αυτήν σε “αμφίρροπη” κατάσταση πριν τη “συσσώρευση” και τον “συνδυασμό” τους, καθώς το καθένα συνιστά το προϊόν της δικής του ιστορίας και καθώς κανένα δεν είναι το τελεολογικό προϊόν, είτε των άλλων είτε της ιστορίας τους», Αλτουσέρ 2004: 88.
3 3 «Θα ήταν άλλωστε λάθος να πιστέψουμε ότι αυτή η διαδικασία αστάθμητης συνάντησης περιορίζεται στον αγγλικό δέκατο τέταρτο αιώνα. Συνεχίστηκε πάντα και συνεχίζεται ακόμη σήμερα, όχι μόνο στις χώρες του Τρίτου Κόσμου που είναι το πιο χτυπητό παράδειγμα, αλλά και σε εμάς επίσης, με την απαλλοτρίωση των γεωργικών παραγωγών και το μετασχηματισμό τους σε Ειδικευμένους Εργάτες […] ως μια σταθερή διαδικασία που εγγράφει το αστάθμητο στην καρδιά της επιβίωσης και της ενδυνάμωσης του καπιταλιστικού “τρόπου παραγωγής”», Αλτουσέρ 2004: 90.
4 «Σε αναρίθμητα εδάφια, ο Μαρξ, και ασφαλώς δεν πρόκειται για κάτι τυχαίο, μας εξηγεί ότι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής γεννήθηκε από τη “συνάντηση” ανάμεσα στον “άνθρωπο των σκούδων” και τον προλετάριο που στερείται τα πάντα, πέραν της εργασιακής του δύναμης. “Συνέβη” αυτή η συνάντηση να λάβει χώρα και να “πιάσει”, πράγμα που σημαίνει ότι δεν καταστράφηκε αμέσως μετά την παραγωγή της, αλλά διήρκεσε και έγινε ένα συντελεσμένο γεγονός – το συντελεσμένο γεγονός αυτής της συνάντησης – που προκάλεσε σταθερές σχέσεις […]», Αλτουσέρ 2004: 87.
5 «Ο φόβος της ολίσθησης σε μια θέση που δεν είναι κοινωνικά σεβαστή προωθεί την τάση για μια αποκλειστική αλληλεγγύη ανάμεσα στο μόνιμο προσωπικό. Προκειμένου να διευκρινιστεί τι ακριβώς εννοούμε όταν μιλάμε για αποκλειστική αλληλεγγύη, αναφέρουμε για παράδειγμα τις έρευνες σχετικά με το εργατικό δυναμικό που διεξήγαμε από το 2010 μέχρι το 2012 σε μια αυτοκινητοβιομηχανία στη Νότια Γερμανία με 5.000 υπαλλήλους. Ρωτήσαμε συνολικά 1.442 άτομα από το εργατικό προσωπικό, 618 από το διοικητικό προσωπικό και 262 διευθυντικά στελέχη. Το 51% των εργατών που ρωτήθηκαν εξέφρασαν την άποψη ότι μια κοινωνία που στηρίζει τους πάντες δεν είναι βιώσιμη μακροπρόθεσμα. Το 54% συμμερίζεται την άποψη ότι πρέπει να ασκηθεί μεγαλύτερη πίεση στους μακροχρόνια ανέργους και άνεργες. Μόνο κάποιες μικρές μειοψηφίες απέρριπταν κατηγορηματικά αυτές τις δηλώσεις (βλ. Πίνακα 7 στο Παράρτημα). 
Ο βαθμός συνδικαλισμού στο εργοστάσιο ήταν πάνω από 90%. Η συμφωνία για τα εν λόγω στοιχεία στο διοικητικό προσωπικό, ακόμα και ανάμεσα στα διευθυντικά στελέχη, ήταν σημαντικά χαμηλότερη σε σχέση με τους εργάτες και εργάτριες στο τμήμα παραγωγής. Αυτοί είναι δείκτες για μια αποκλειστική αλληλεγγύη ανάμεσα στο μόνιμο προσωπικό, το οποίο θέλει να οριοθετείται όχι μόνο σε σχέση με τους/τις “από πάνω”, αλλά και με αυτούς και αυτές που είναι “διαφορετικοί και διαφορετικές” και “από κάτω”. Άνεργοι και άνεργες, οι οποίοι αποτυγχάνουν στα μάτια του μόνιμου προσωπικού να απελευθερωθούν από την εξάρτηση από το κράτος πρόνοιας, πυροδοτούν προφανώς την ανάγκη διακρίσεων και την έλλειψη αλληλεγγύης. Ακόμη και οι ίδιοι/ες οι συνδικαλισμένοι και συνδικαλισμένες εργάτες και εργάτριες που μαστίζονται από το φόβο του υποβιβασμού, τείνουν επίσης να δημιουργούν ανταγωνισμούς στη βάση της εχθροπάθειας» (Κλάους Ντέρε 2015: 30).

____________________
http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=1328&Itemid=29

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

Ζίγκμουντ Μπάουμαν: «Ελπίζω να πεθάνω σοσιαλιστής»

*
Με τον πρόσφατο θάνατο του Πολωνού κοινωνιολόγου και φιλοσόφου Ζίγκμουντ Μπάουμαν (πέθανε στις 9 Ιανουαρίου, στα 91 του χρόνια) σίγησε η φωνή μιας άγρυπνης συνείδησης, ενός από τους κορυφαίους σύγχρονους στοχαστές, ενός κριτικού διανοούμενου που έμεινε ενεργός και εντυπωσιακά παραγωγικός ώς την τελευταία φάση της ζωής του.
Σε ένα παλιότερο βιβλίο του, που είναι καρπός μιας μακράς συζήτησης με τον Αγγλο κοινωνιολόγο Κιθ Τέστερ (Conversations with Zygmunt Bauman, Polity Press, 2001), ο Μπάουμαν συνόψιζε το πολιτικό του «πιστεύω». Στο τελευταίο στάδιο της συζήτησης, ο συνομιλητής του παρατήρησε: «Είναι σαφές ότι παραμένετε ουσιαστικά σοσιαλιστής, αλλά –αν πιστέψουμε ό,τι ακούμε– ο σοσιαλισμός είναι κατάλοιπο μιας εποχής που έχει παρέλθει». Ιδού πώς απάντησε ο Μπάουμαν:
«Χαίρομαι που με χαρακτηρίζετε σοσιαλιστή. Είμαι πράγματι σοσιαλιστής, ή τουλάχιστον ελπίζω ότι είμαι. Κατά τη γνώμη μου, ο κόσμος μας έχει ανάγκη περισσότερο από κάθε άλλη φορά τους σοσιαλιστές, και αυτή η ανάγκη έχει γίνει πολύ πιο ζωτική και επιτακτική μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου.
Η κακή τύχη του καπιταλισμού έγκειται στο γεγονός ότι, για μεγάλο μέρος της ιστορίας του, τον απειλούσε ο κομμουνισμός περισσότερο ως φάντασμα και ως όραμα, ως επαγγελία και απόπειρα, παρά με τη μορφή που είχε στην πραγματικότητα. Αυτό το φάντασμα ήταν εκείνο που προμήθευε τον μηχανισμό “ελέγχου και εξισορρόπησης” τον οποίο ο καπιταλισμός επιθυμούσε και ταυτόχρονα αποστρεφόταν.
Σήμερα αυτός ο μηχανισμός δεν λειτουργεί και δεν διαφαίνεται κάποιος εναλλακτικός μηχανισμός “ελέγχου και εξισορρόπησης”. Χάρη στην απουσία του, ο καπιταλισμός προχωράει χαρούμενος και θριαμβευτής προς την άβυσσο (ο Σουμπέτερ είχε προφητέψει ότι θα έπεφτε στην άβυσσο όταν θα έφτανε στο απόγειο της επιτυχίας του), καλώντας μας να τον ακολουθήσουμε όπως καλούσε ο καπετάνιος Αχαάβ τους ναυτικούς του Μόμπι Ντικ.
»Στις συνομιλίες μας, στοχαστήκαμε για την αναξιοπρέπεια της ταπείνωσης. Τίποτα δεν ταπεινώνει περισσότερο από τη φτώχεια, και καμιά φτώχεια δεν ταπεινώνει περισσότερο από εκείνη που την υφίσταται κάποιος σε ένα περιβάλλον που τείνει προς τον όλο και πιο γρήγορο πλουτισμό. […] Οι ανεξέλεγκτες δυνάμεις της αγοράς δεν μπορούν, ακριβώς επειδή είναι ανεξέλεγκτες, να κάνουν τίποτε άλλο από το να γεννούν πολλή φτώχεια και έναν αυξανόμενο αριθμό φτωχών προσώπων.
»Ο σοσιαλισμός δεν είναι, τουλάχιστον κατά τη δική μου γνώμη, ένα εναλλακτικό μοντέλο κοινωνίας που πρόκειται να αντικαταστήσει το τωρινό σύστημα. Ο σοσιαλισμός είναι ένα ακονισμένο μαχαίρι που προτάσσεται ενάντια στις φανερές αδικίες της κοινωνίας, μια φωνή της συνείδησης που στόχο έχει να αποδυναμώσει την αλαζονεία και τον αυτοθαυμασμό της “ικανοποιημένης πλειοψηφίας”, όπως τη χαρακτήριζε ο Τζον Κένεθ Γκαλμπρέιθ. Είναι μια πρόκληση για την κοινωνία επειδή αμφισβητεί διαρκώς τη σοφία της, αναζητάει εναλλακτικές λύσεις απέναντι στη σημερινή κατάσταση (που είναι μία μόνον από τις πολλές δυνατότητες) και σκέφτεται πιθανά διορθωτικά μέτρα.
»Ο σοσιαλισμός δεν είναι, τουλάχιστον κατά τη δική μου γνώμη, εναντίον οποιουδήποτε μοντέλου κοινωνίας, αρκεί η κοινωνία να ασκεί την ικανότητά της να διορθώνει τις αδικίες και να θεραπεύει τα βάσανα που αυτή η ίδια προξένησε.
»Είναι αντίθετα εναντίον των Πανγκλός αυτού του κόσμου, είτε αυτοί εκφράζονται με τις πυκνές και ριζικές ερμηνείες ενός Φουκουγιάμα –ο οποίος, αφού ανήγγειλε το τέλος των ιστορικών επιλογών, δηλώνει ότι η έκβαση της τελευταίας επιλογής θα είναι ο καλύτερος των δυνατών κόσμων– είτε με την αποδυναμωμένη (αλλά εξίσου δηλητηριώδη) μορφή των υπερασπιστών της θέσης “ό,τι και αν συμβεί, δεν υπάρχει εναλλακτική λύση”. Το να αρνηθούμε αυτό το πλεονέκτημα στον σοσιαλισμό είναι σαν να ρίχνουμε αλάτι στις ανοιχτές και μολυσμένες πληγές της φτώχειας, της μητέρας όλων των ταπεινώσεων.
»Ο σοσιαλισμός είναι “κατάλοιπο μιας εποχής που έχει παρέλθει”; Αν ήταν έτσι, θα έπρεπε να είμαστε ευγνώμονες στην “εποχή που έχει παρέλθει” επειδή μας άφησε ένα τέτοιο κατάλοιπο, όσο της είμαστε ευγνώμονες επειδή μας δώρισε την υπόλοιπη κληρονομιά του πολιτισμού μας. Αλλά δεν είναι έτσι. Οπως ο φοίνικας, ο σοσιαλισμός αναγεννιέται από τις στάχτες που άφησαν τα καμένα όνειρα και οι απανθρακωμένες ελπίδες των ανθρώπων.
»Θα συνεχίσει να αναγεννιέται όσο τα όνειρα καίγονται και οι ελπίδες παραμένουν απανθρακωμένες, όσο η ανθρώπινη ζωή δεν αποκτά την αξιοπρέπεια που της αξίζει και την ευγένεια που, αν διέθετε τη δυνατότητα, θα μπορούσε να φανερώνει. Αν αυτό επαληθευτεί, ελπίζω να πεθάνω σοσιαλιστής.
»Πρέπει όμως να σας εξομολογηθώ και κάτι άλλο. Μια και μιλάμε για υποθετικές πολιτικοϊδεολογικές διαιρέσεις, εκτός από σοσιαλιστής είμαι και φιλελεύθερος. Το να είναι κανείς και σοσιαλιστής και φιλελεύθερος, και να επιθυμεί να μη χάσει καμία από αυτές τις δύο ψυχές, είναι η συνταγή για μια ζωή πλήρη αμφιβολιών και δύσκολων επιλογών, που ποτέ δεν είναι εντελώς εύστοχες.
»Πιστεύω ωστόσο ότι, αν δεν αποστεωθούν σε δόγματα και δεν μετατραπούν σε περίκλειστα οχυρά των χρόνων του πολέμου χαρακωμάτων, το σοσιαλιστικό πρόγραμμα και το φιλελεύθερο πρόγραμμα είναι συμπληρωματικά μάλλον, παρά εναλλακτικά.
»Η εξασφάλιση των μέσων που είναι αναγκαία για την επιβίωση, η εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση του ανθρώπινου δικαιώματος να δοκιμάζουμε και να πραγματώνουμε πλήρως τις δυνατότητές μας, και η ελευθερία, η ικανότητα να δρούμε με βάση αυτό το δικαίωμα, είναι δύο αξίες που δεν μπορούν να παραμένουν ανταλλάξιμες, χωρίς να λύνεται μια για πάντα το πρόβλημα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
»Το γεγονός ότι κατά κανόνα οι σημαντικότεροι φιλελεύθεροι κατέληξαν σε σοσιαλιστικές ιδέες, ενώ ακολουθούσαν ακούραστα την εσωτερική λογική της ελευθερίας ως υπέρτατης αξίας της ζωής, δεν μπορεί να οφείλεται σε μια παρέκκλιση, σε ελαττωματική λογική ή σε προσωπική ασυνέπεια. Αυτό συνέβη στον Τζον Στιούαρτ Μιλ και φαίνεται να συμβαίνει στον Ρίτσαρντ Ρόρτι. […]
»Γνωρίζω πολύ καλά ότι το να πετύχουμε μιαν άψογη και τέλεια ισορροπία μεταξύ δικαιοσύνης και ελευθερίας είναι σαν να πετυχαίνουμε τον τετραγωνισμό του κύκλου. Νομίζω όμως ότι η μοναδική δυνατότητα για τη δικαιοσύνη και την ελευθερία περικλείεται στην αδιάκοπη προσπάθειά μας να τις ισορροπούμε αποφεύγοντας όλα τα υποκατάστατα και περιορίζοντας στο ελάχιστο τις οδύνες που ενυπάρχουν σε κάθε ανταλλαγή. Δεν υπάρχουν απλές λύσεις στο πρόβλημα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Η πιο τρομερή απειλή έγκειται στο να υποθέτουμε ότι οι λύσεις είναι απλές».
____________
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
Ο φόβος ως εργαλείο κυριαρχίας
Επιστροφή στο σκοτεινό παρελθόν;

Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2017

Πέθανε ο καθηγητής Κοινωνιολογίας Ζίγκμουντ Μπάουμαν

ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑ

09.01.2017,

bauman



Πολέμησε ενάντια στους Ναζί μέσα από τον πολωνικό στρατό, 
από τον οποίο αποστρατεύτηκε μετά τον πόλεμο εξαιτίας της αντισημιτικής εκκαθάρισης  
Την τελευταία του πνοή, σε ηλικία 91 ετών, άφησε την Δευτέρα ένας από τους σημαντικότερους στοχαστές των τελευταίων δεκαετιών, ο Πολωνός Ζίγκμουντ Μπάουμαν, ομότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Λιντς.
Πολέμησε ενάντια στους Ναζί μέσα από τον πολωνικό στρατό, από τον οποίο αποστρατεύτηκε μετά τον πόλεμο εξαιτίας της αντισημιτικής εκκαθάρισης. Επηρεασμένος από τον Μαρξ και τον Βέμπερ, αλλά και τους Αντόρνο, Καστοριάδη και Λεβινάς, μελέτησε εμβριθώς τη ρευστότητα της ανθρώπινης ταυτότητας, το Ολοκαύτωμα, το φαινόμενο του καταναλωτισμού και την παγκοσμιοποίηση.
Πέθανε στο σπίτι του στο Λιντς κοντά στην οικογένειά του. Τελευταίο του βιβλίο στα ελληνικά το «Πλούτος και ανισότητα» από τις εκδόσεις Οκτώ.

Παρακάτω δημοσιεύουμε την συνέντευξη που έδωσε στην Εφημερίδα των Συντακτών τον Αύγουστο του 2013, με εξαιρετική επικαιρότητα όμως ακόμα και σήμερα.

• Εχετε δηλώσει ότι στις σημερινές κοινωνίες η οικονομία βρίσκεται πάντα ένα βήμα μπροστά από την πολιτική. Ποιες είναι οι συνέπειες αυτής της δυσαρμονίας;
Στην τωρινή του κατάσταση το κράτος στερείται των μέσων και των πόρων ώστε να εκπληρώσει το καθήκον για αποτελεσματική επιτήρηση και έλεγχο των αγορών, για να μη μιλήσουμε για την αναγκαία ρύθμιση και τον χειρισμό τους. Η εμπιστοσύνη στην ικανότητα του κράτους να ανταποκριθεί βασίζεται στην προϋπόθεση ότι και οι δύο συνθήκες του αποτελεσματικού μάνατζμεντ της κοινωνικής πραγματικότητας –η εξουσία και η πολιτική– βρίσκονται στα χέρια του κράτους, το οποίο πρέπει να είναι κυρίαρχος αφέντης εντός των γεωγραφικών του ορίων: «εξουσία» σημαίνει η ικανότητα να φέρει εις πέρας τις υποθέσεις, ενώ «πολιτική» σημαίνει η ικανότητα να αποφασίζει ποια πράγματα πρέπει να γίνουν.
• Αυτό αφορά τη θεωρία…
Ωστόσο, μέχρι τώρα το κράτος έχει χάσει μεγάλο και αυξανόμενο μέρος από την προηγούμενη πραγματική ή τεκμαρτή εξουσία του (να κάνει πράγματα), η οποία έχει τώρα απαλλοτριωθεί από το υπερ-κράτος, τις παγκόσμιες δυνάμεις, οι οποίες λειτουργούν σε έναν ανεξέλεγκτο πολιτικά «χώρο ροών» (όρος του Μανουέλ Καστέλ), ενώ το πραγματικό βεληνεκές του υφιστάμενου πολιτικού προσωπικού και των κομμάτων δεν κατόρθωσε να υπερβεί τα κρατικά σύνορα. Κάτι που σημαίνει, απλά και καθαρά, ότι τα Οικονομικά, τα επενδυμένα κεφάλαια, οι αγορές εργασίας ή η κυκλοφορία των εμπορευμάτων βρίσκονται εκτός βεληνεκούς των μόνων διαθέσιμων πολιτικών οργανισμών αυτής της περιόδου, οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι με τις λειτουργίες της επιτήρησης και της ρύθμισης [των αγορών]. Είναι η πολιτική που χρονίως πλήττεται από το έλλειμμα εξουσίας, η οποία αντιμετωπίζει την αμφισβήτηση από δυνάμεις που έχουν αυτονομηθεί από τον πολιτικό έλεγχο.
• Πώς μπορούμε να γεφυρώσουμε το χάσμα μεταξύ των ιδιωτικών συμφερόντων και του κοινού καλού σε μια περίοδο οξείας κοινωνικο-οικονομικής κρίσης, όταν κυριαρχούν η αμοιβαία καχυποψία και ο ανταγωνισμός;
Ενας από τους πλέον βασικούς λόγους για την αδυναμία των κυβερνήσεων να τηρήσουν τις υποσχέσεις τους είναι η «η διπλή δέσμευση» την οποία κατά κανόνα αντιμετωπίζουν στις δημοκρατικές χώρες. Ολες τους είναι εκτεθειμένες σε δύο αντιφατικές πιέσεις, με απαιτήσεις που πολύ συχνά είναι αδύνατο να συγκεραστούν. Δεδομένης της απόστασης που χωρίζει τους τόπους απ' όπου προέρχονται οι πιέσεις, το να κοιτούν [οι κυβερνήσεις] και προς τις δύο πλευρές έχει ως πιθανότερο αποτέλεσμα να αλληθωρίσουν παρά να καταλήξουν σε έναν αποδεκτό συμβιβασμό. Η «διπλή δέσμευση» έχει ένα αποτέλεσμα όχι διαφορετικό από εκείνο που έχει ένας ζουρλομανδύας – το αποτέλεσμα και στις δύο περιπτώσεις είναι το ίδιο: ανικανότητα και σοβαρός περιορισμός στις κινήσεις, ιδιαιτέρως στις κινήσεις που γίνονται από τον ίδιο που φορά τον ζουρλομανδύα με δική του πρωτοβουλία, για κάποιο σκοπό που έχει επιλέξει.
• Σε ποιες πιέσεις ακριβώς αναφέρεστε;
Οι δύο πιέσεις που ανέφερα προέρχονται αντίστοιχα από τους εκλογείς που μπορούν να ανεβάζουν και να κατεβάζουν κυβερνήσεις και από την άλλη από δυνάμεις ήδη παγκοσμιοποιημένες, με τη δυνατότητα μετακίνησης χωρίς πολιτικούς περιορισμούς και ικανές να επωφελούνται από πλεονεκτήματα όπως η ελευθερία να αναβάλλουν και τελικά να ακυρώνουν κάθε απόφαση που λαμβάνει η κυβέρνηση ενός κράτους, σε περίπτωση που αυτή δεν συμβαδίζει με τα συμφέροντά τους.
• Εχετε πει ότι η λύση στη σημερινή κρίση της Ευρωπαϊκής Ενωσης θα είναι «μια διαδικασία διαρκούς επανεπινόησης» μέσα σε μια κατάσταση μη αντιστρεπτής παγκοσμιοποίησης. Τι εννοείτε;
Κρίση ονομάζουμε την περίοδο κατά την οποία αποφασίζουμε ποιον δρόμο πρέπει να ακολουθήσουμε για να πάμε μπροστά, την ώρα που στο οπλοστάσιο της ανθρώπινης εμπειρίας φαίνεται να μην έχουν απομείνει αξιόπιστες στρατηγικές από τις οποίες να μπορούμε να διαλέξουμε. Η τωρινή μας κρίση είναι πάνω απ' όλα μια κρίση πολιτικών εκπροσώπων – αν και σε τελευταία ανάλυση πρόκειται για μια κρίση εδαφικής κυριαρχίας. Κάθε τυπικά κυρίαρχη εδαφική οντότητα [κράτος] μπορεί να λειτουργεί στις μέρες μας ως σκουπιδοτενεκές για προβλήματα που έχουν την καταγωγή τους εκτός βεληνεκούς των οργάνων πολιτικού ελέγχου που διαθέτει. Ετσι, υπάρχουν ελάχιστα που μπορεί να κάνει για να σταματήσει αυτή την εξέλιξη, λαμβάνοντας υπόψη τον ελάχιστο όγκο των εξουσιών που έχουν απομείνει στη διάθεσή του. Ορισμένα κράτη, των οποίων ο αριθμός αυξάνεται, υποβιβάζονται πρακτικά σε επίπεδο μιας τοπικής αστυνομίας, η οποία αγωνίζεται να περισώσει ένα μικρό τμήμα «νόμου και τάξης», αναγκαίου ως τροχονόμου για όσους πάνε και έρχονται (στην επικράτειά τους), χωρίς όμως τα ίδια να θέλουν ή να μπορούν να τους ελέγξουν. Πάντως, όσο μεγάλη και εάν είναι η απόσταση ανάμεσα στην κυριαρχία τους de jure και την κυριαρχία τους de facto, όλα τα κράτη είναι αναγκασμένα να αναζητούν τοπικές λύσεις σε προβλήματα που έχουν παγκόσμιες γενεσιουργούς αιτίες – ένα καθήκον που υπερβαίνει την ικανότητα όλων τους, πλην ελαχίστων πλούσιων και εφευρετικών ανάμεσά τους.
• Και η Ευρωπαϊκή Ενωση;
Η Ε.Ε., ως ένα σύνολο εθνών-κρατών επιφορτισμένο καταστατικά με το καθήκον να αντικαταστήσει τον διακρατικό ανταγωνισμό με τη συνεργασία και την αναδιανομή, βρίσκεται σε μια πραγματικά δύσκολη θέση: αποτελεί το εργαστήριο (αν όχι το μοναδικό, τότε σίγουρα επί του παρόντος το πιο προχωρημένο παγκοσμίως) στο οποίο δοκιμάζεται το ποιες μέθοδοι θα χρησιμοποιηθούν για να αντιμετωπιστεί η παρούσα δυσαρμονία μεταξύ [οικονομικής] εξουσίας και πολιτικής. Αναμφίβολα, αυτή είναι η πιο σημαντική από τις τωρινές συμβολές της Ευρώπης στις προοπτικές του πλανήτη να επιβιώσει. Τα σημερινά βάσανα μπορεί να αποδειχτούν οι ωδίνες γέννησης μιας ανθρωπότητας ειρηνικής με τον εαυτό της, η οποία θα μπορεί να βγάλει τα αναγκαία συμπεράσματα από τις απαιτήσεις της νέας και αναντίστρεπτα παγκοσμιοποιημένης κατάστασης.
• Πώς κρίνετε τα διαδοχικά επεισόδια «εκρηκτικής αλληλεγγύης» ή τα συχνά «καρναβάλια αλληλεγγύης», όπως το «Occupy Wall Street» και οι Αγανακτισμένοι;
Με τους θεσμούς του έθνους-κράτους να μην είναι πλέον επαρκείς παίκτες που υπόσχονται να χαράξουν περισσότερο βατά μονοπάτια και να διορθώσουν οδυνηρά λάθη, ποια δύναμη μπορεί να καλύψει την κενή θέση του φορέα της κοινωνικής αλλαγής; Πρόκειται για μια ερώτηση που γίνεται όλο και πιο αμφιλεγόμενη. Βέβαια, δεν λείπουν οι προσπάθειες διερεύνησής της. Υπάρχει πληθώρα προσπαθειών για να βρεθούν νέα όργανα συλλογικής δράσης τα οποία να ταιριάζουν καλύτερα στην αυξανόμενα παγκοσμιοποιούμενη ρύθμιση από τα πολιτικά εργαλεία που επινοήθηκαν και εφαρμόστηκαν στην εποχή της εθνογένεσης μετά τη Συνθήκη της Βεστφαλίας. Εργαλεία που γι' αυτόν τον λόγο έχουν περισσότερες πιθανότητες να κάνουν τη λαϊκή βούληση να καρποφορήσει, πολύ περισσότερο απ' όσο τα φαινομενικά «κυρίαρχα» κρατικά όργανα μπορούν να ονειρευτούν.
• Τέτοια εργαλεία μπορεί να είναι τα νέα κινήματα; Και ποιοι είναι οι πρωταγωνιστές σ' αυτά;
Τέτοιες αναγνωριστικές απόπειρες εξακολουθούν να έρχονται στο προσκήνιο από πολλές γωνιές της κοινωνίας και κυρίως από το «πρεκαριάτο», ένα ραγδαία αυξανόμενο κοινωνικό στρώμα που έχει εμβαπτιστεί και έχει απορροφήσει οτιδήποτε έχει μείνει από το πρώην εργοστασιακό προλεταριάτο μαζί με ακόμα ευρύτερα κομμάτια της μεσαίας τάξης. Η βάση πάνω στην οποία αυτό το στρώμα παραμένει «ενωμένο» μέχρι σήμερα είναι μόνο μια αίσθηση ζωής πάνω σε κινούμενη άμμο ή στους πρόποδες ενός ηφαιστείου. Ενας απ' αυτούς τους συνεχιζόμενους πειραματισμούς, ο οποίος τραβά την προσοχή των ΜΜΕ, είναι ένα φαινόμενο που ονομάστηκε «κίνημα των Αγανακτισμένων» και έχει τις ρίζες του σε ακόμα πιο πολύχρωμες εμπειρίες: από την πλατεία Ταχρίρ μέχρι την πλατεία Ταξίμ μέσω του πάρκου Ζουκότι στη Νέα Υόρκη.
• Ποιο είναι το σύντομο μήνυμα που θα στέλνατε σε μπουκάλι προς το μέλλον;
Να φέρουμε τα πολιτικά μας εργαλεία, τα οποία είναι ακόμα απολύτως τοπικά, στο επίπεδο των δυνάμεων που είναι ήδη παγκόσμιες, έτσι ώστε να μπορέσει η πολιτική για ακόμα μία φορά να ελέγξει τις δυνάμεις που βρίσκονται προσώρας εκτός ελέγχου. Και η Ευρωπαϊκή Ενωση μπορεί ακόμα να αποτελέσει ένα πρώτο βήμα στον δρόμο για την επίτευξη αυτού του στόχου. Είναι αλήθεια ότι έχουν συσσωρευτεί αρκετές αποδείξεις, οι οποίες μας δείχνουν ότι ο κόσμος στον οποίο βρεθήκαμε και τον οποίο καθημερινά αναπαράγουμε -συνειδητά ή ασυνείδητα- μέσω των πράξεών μας δεν είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακός όσον αφορά το πόσο προάγει την αλληλεγγύη. Αλλά δεν λείπουν και οι αποδείξεις που μας δείχνουν ότι το πνεύμα και η δίψα για αλληλεγγύη δεν το βάζουν κάτω. Ξανά και ξανά, αθόρυβα και επίμονα, αυτό το πνεύμα επιστρέφει από την εξορία.
Τάσος Τσακίρογλου