~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
.......................«Πολιτεία που δεν έχει σαν βάση της την παιδεία, είναι οικοδομή πάνω στην άμμο».

Αδαμάντιος Κοραής (1748 – 1833)

γιατρός και φιλόλογος, από τους πρωτεργάτες του νεοελληνικού διαφωτισμού.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

..."Σκέφτομαι πως αυτά τα τρία συστατικά πρέπει νά 'χει η ζωή: το μεγάλο, το ωραίο και το συγκλονιστικό. Το μεγάλο είναι να βρίσκεσαι μέσα στην πάλη για μια καλύτερη ζωή. Όποιος δεν το κάνει αυτό, σέρνεται πίσω απ' τη ζωή. Το ωραίο είναι κάθε τι που στολίζει τη ζωή. Η μουσική, τα λουλούδια, η ποίηση. Το συγκλονιστικό είναι η αγάπη... Νίκος Μπελογιάννης

ΥΦΟΣ

ΥΦΟΣ
ΥΦΟΣ Γράμματα, τέχνες, βιβλίο, πολιτισμός

Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2014

Κορνήλιος Καστοριάδης: Οι διανοούμενοι και η ιστορία



Το παρακάτω κείμενο βρίσκεται στο βιβλίο “Ο θρυμματισμένος κόσμος” που κυκλοφόρησε το 1999 από τις εκδόσεις Ύψιλον
‘Ιστορία. Μ’ αυτή τη λέξη δεν εννοώ μόνο την ιστορία πού έχει γίνει, αλλά και την ιστορία πού γίνεται, όπως και την ιστορία πού απομένει να γίνει.
Αυτή ή ιστορία είναι, ουσιαστικά, δημιουργία —δημιουργία και καταστροφή. Δημιουργία σημαίνει κάτι το εντελώς άλλο από την αντικειμενική απροσδιοριστία ή την υποκειμενική αδυναμία πρό­βλεψης των γεγονότων και της εξέλιξης της ιστορίας. Θα ήταν γε­λοίο αν λέγαμε ότι ή εμφάνιση της τραγωδίας ήταν απρόβλεπτη, και ανόητο αν βλέπαμε τα Κατά Ματθαίον Πάθη ως μια συνέπεια της απροσδιοριστίας της ιστορίας. Ή ιστορία είναι ό χώρος όπου το ανθρώπινο όν δημιουργεί οντολογικές μορφές — οι δε ιστορία και κοινωνία είναι οι πρώτες από αυτές τις μορφές. Δημιουργία δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην (και ούτε συνήθως) «καλή» δημιουργία ή δημιουργία «θετικών αξιών». Το Άουσβιτς και το Γκουλάγκ εί­ναι δημιουργίες, το ίδιο όπως και ο Παρθενώνας ή τα Principia Mathematica. ‘Ωστόσο, μεταξύ των δημιουργιών της ιστορίας μας, της ελληνοδυτικής ιστορίας, υπάρχει μία πού εμείς την αποτιμούμε θετικά και την υιοθετούμε. Είναι η θέση σε αμφισβήτηση, η κριτι­κή, ή απαίτηση τού λόγον διδόναι,προϋπόθεση συγχρόνως και της φιλοσοφίας και της πολιτικής. Πρόκειται για μια θεμελιώδη αν­θρώπινη τοποθέτηση — ουδόλως καθολική στην αφετηρία της — , ή όποια προϋποθέτει ότι δεν υπάρχει καμιά εξωανθρώπινη δικαιοδοσία, υπεύθυνη εν τελευταία αναλύσει για ό,τι συμβαίνει στην ιστορία, ότι δεν υπάρχει αληθινή αιτία της ιστορίας ή (μη ανθρώπινος) δημιουργός της ιστορίας- με άλλα λόγια, ότι ή ιστορία δεν έγινε από τον Θεό, από τη φύση ή από οποιουσδήποτε «νόμους». ’Ακριβώς γιατί δεν πίστευαν σε τέτοιους εξωιστορικούς καθορι­σμούς (πέραν του εσχάτου ορίου της Ανάγκης), κατόρθωσαν οι Έλληνες να δημιουργήσουν τη δημοκρατία και τη φιλοσοφία.
Επανυιοθετούμε, επαναβεβαιώνουμε, θέλουμε να επεκτείνουμε αυτήν τη δημιουργία. Βρισκόμαστε, και θέλουμε να βρισκόμαστε, μέσα σε μια παράδοση ριζικής κριτικής, γεγονός πού συνεπάγεται ότι βρισκόμαστε σε μια παράδοση ευθύνης (δεν μπορούμε να επιρρίψουμε το σφάλμα στον παντοδύναμο Θεό κλπ.) και σε μια παρά­δοση αυτοπεριορισμού (δεν μπορούμε να επικαλεστούμε καμία εξωϊστορική νόρμα ως γνώμονα του πράττει μας, το όποιο ωστόσο δεν μπορεί να στερείται γνώμονος). Κατά συνέπεια, έναντι αυτού πού υπάρχει ήδη, έναντι αυτού πού θα μπορεί ή θα πρέπει να γίνει, όπως και έναντι αυτού πού υπήρξε, τοποθετούμαστε ως δρώντες κριτικά. Μπορούμε να συμβάλλουμε έτσι, ώστε αυτό πού είναι να υπάρξει αλλιώς. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε αυτό πού υπήρξε, μπορούμε όμως να αλλάξουμε το βλέμμα επί τού υπάρξαντος —βλέμμα πού αποτελεί ουσιώδες συστατικό των παρουσών στάσεων (έστω και αν τις περισσότερες φορές αυτό συμβαίνει μη συνειδητά). Εν προκειμένω, δεν απονέμουμε, σε πρώτη προσέγγιση, κανένα φιλοσοφικό προνόμιο στην παρελθούσα και στην πα­ρούσα ιστορική πραγματικότητα. Παρελθόν και παρόν δεν είναι τίποτε άλλο από μάζες ακατέργαστων γεγονότων (ή εμπειρικών υλικών), εκτός και αν τα έχουμε εκ νέου κριτικά εγγυηθεί. Σε μία δεύτερη προσέγγιση, εφόσον βρισκόμαστε εντεύθεν τού παρελθόν­τος αυτού, και μπόρεσε συνεπώς αυτό να εισέρθει στις προϋποθέ­σεις αυτού πού στοχαζόμαστε και αυτού πού είμαστε, αυτό το πα­ρελθόν προσλαμβάνει ένα είδος υπερβασιακής σπουδαιότητος, γιατί ή γνώση του αλλά και ή κριτική πού του ασκούμε, αποτελεί τμήμα του αυτοστοχασμού μας. Και τούτο, όχι μόνον επειδή καθιστά φανερή τη σχετικότητα τού παρελθόντος μέσω της γνώσης άλ­λων εποχών, αλλά και επειδή αφήνει να διαφανεί ή σχετικότητα της συγκεκριμένης ιστορίας μέσω τού στοχασμού πού αφορά σε άλλες ιστορίες, ιστορίες πού ήσαν πράγματι δυνατές, χωρίς όμως να έχουν πραγματοποιηθεί.
Διανοούμενος. Ουδέποτε συμπάθησα (ούτε αποδέχτηκα για λο­γαριασμό μου) αυτόν τον όρο, και για λόγους αισθητικούς, εξαιτίας της άθλιας και αμυντικής υπεροψίας πού αυτός ο όρος προϋ­ποθέτει, άλλα και για λόγους λογικούς· ποιος δεν είναι διανοούμε­νος; Δίχως να υπεισέλθω σε προβλήματα θεμελιώδους βιοψυχολογίας, αν με τον όρο διανοούμενος εννοούμε εκείνον πού εργάζεται σχεδόν αποκλειστικά με το μυαλό του και σχεδόν καθόλου με τα χέρια του, τότε αφήνουμε απέξω ανθρώπους, τούς όποιους θα θέ­λαμε προφανώς να συμπεριλάβουμε (γλύπτες και άλλες κατηγορίες καλλιτεχνών) και συμπεριλαμβάνουμε ανθρώπους, στους όποιους ασφαλώς δεν αποβλέπαμε (πληροφορικούς, τραπεζίτες, χρηματιστές κλπ.).
Δεν βλέπω γιατί ένας εξαίρετος αιγυπτιολόγος ή ένας μαθηματι­κός, πού αδιαφορούν για οτιδήποτε άλλο έξω από τον επιστημονι­κό τους κλάδο, θα μας ενδιέφεραν ιδιαίτερα. Ξεκινώντας απ’ αυτήν την παρατήρηση, θα πρότεινα να συμπεριλάβουμε, για τούς σκοπούς της παρούσας συζήτησης, όλους εκείνους πού, ανεξάρτητα από το επάγγελμά τους, επιχειρούν να υπερβούν τη σφαίρα της ειδίκευσής τους και ενδιαφέρονται ενεργά για ό,τι συμβαίνει στην κοινωνία. ’Αλλά αυτό είναι, και θα πρέπει να είναι, ό ορισμός τού δημοκρατικού πολίτη, οποιαδήποτε κι αν είναι ή απασχόλησή του. (Ας παρατηρήσουμε εδώ ότι ο ορισμός αυτός είναι το ακριβώς αντίθετο του ορισμού της δικαιοσύνης όπως τον έχει δώσει ο Πλά­των, να ασχολείται δηλαδή κανείς με τις υποθέσεις του και να μην ανακατεύεται με τα πάντα —πράγμα πού δεν πρέπει να μας εκπλήσσει, αφού ένας από τούς στόχους τού Πλάτωνος είναι να δεί­ξει ότι μία δημοκρατική κοινωνία δεν είναι δίκαιη).
Δεν θα προσπαθήσω εδώ να απαντήσω σ’ αυτό το πρόβλημα. Οι παρατηρήσεις μου θα έχουν να κάνουν με εκείνους πού δια του λόγου και της ρητής διατύπωσης γενικών ιδεών, επιχείρησαν ή επιχειρούν να ασκήσουν κάποιαν επιρροή στην εξέλιξη της κοινωνίας τους και στην πορεία της ιστορίας. Ο κατάλογός τους είναι τερά­στιος. Τα ερωτήματα πού θέτουν τα λεγόμενά τους και οι ενέργειές τους είναι απεριόριστα. Έτσι, θα περιοριστώ στη σύντομη συζήτηση τριών σημείων. Το πρώτο σημείο άφορα σε δύο διαφο­ρετικούς τύπους σχέσεως μεταξύ του στοχαστού και της πολιτικής κοινότητας, όπως παραδείγματος χάριν τις προβάλλει ή ριζική αντίθεση μεταξύ Σωκράτους, του φιλοσόφου εντός της πόλεως, και Πλάτωνος, τού φιλοσόφου πού θέλει να είναι υπεράνω της πόλεως. Το δεύτερο σημείο είναι σχετικό με την τάση πού κατέλαβε τούς φιλοσόφους, από κάποια συγκεκριμένη ιστορική φάση και μετά, να εκλογικεύσουν το πραγματικό, δηλαδή να το νομιμοποιήσουν. Στην εποχή της οποίας είδαμε το τέλος, γνωρίσαμε περιπτώσεις ιδιαιτέρως θλιβερές με τούς συνοδοιπόρους τού σταλινισμού, άλλα επίσης, με κάποιον «εμπειρικά» μεν διαφορετικό, άλλα φιλοσοφι­κά ισότιμο τρόπο, με τον Heidegger και τον ναζισμό. Θα καταλήξω μ’ ένα τρίτο σημείο: Με το ερώτημα πού θέτει ή σχέση της κριτικής και της θεώρησης του φιλοσόφου-πολίτη με το γεγονός ότι, σ’ ένα πρόταγμα αυτονομίας και δημοκρατίας, ή πηγή της δημιουργίας, ό κύριος θεματοφύλακας του θεσμίζοντος φαντασιακού, είναι ή με­γάλη πλειονότης των ανδρών και των γυναικών μιας κοινωνίας, και αυτοί πρέπει να γίνουν τα δρώντα υποκείμενα της ρητής πολιτικής.
Ο φιλόσοφος στην Ελλάδα, κατά τη διάρκεια μιας μεγάλης αρχικής περιόδου, υπήρξε συγχρόνως και πολίτης. Γι’ αυτό ακριβώς εκλήθη αρκετές φορές να «νομοθετήσει», στην πόλη του ή σε κάποια άλλη πόλη. Ο Σόλων είναι το λαμπρότερο παράδειγμα. Αλλά και το 443 ακόμη, όταν οι Αθηναίοι δημιούργησαν στην ’Ιταλία μια πανελλήνια αποικία, τούς Θουρίους, από τον Πρωταγόρα ζή­τησαν να θέσει τούς νόμους. Ο τελευταίος αυτής της σειράς — ο τελευταίος μεγάλος εν πάση περιπτώσει— είναι ο Σωκράτης. Ο Σωκράτης είναι φιλόσοφος, άλλα είναι και πολίτης. Συζητεί με όλους τούς συμπολίτες του στην αγορά. Έχει οικογένεια και παιδιά. Συμμετέχει σε τρεις εκστρατείες. Αναλαμβάνει το ύπατο αξίωμα- είναι Επιστάτης των πρυτάνεων (Πρόεδρος της Δημοκρατίας για μία μέρα) ίσως στην πιο τραγική στιγμή της ιστορίας της αθηναϊκής δημοκρατίας, την ήμερα της δίκης των στρατηγών πού νίκησαν στις Αργινούσες. Τότε πού, προεδρεύοντας στην Εκκλησία του Δήμου, αντιμετώπισε θαρ­ραλέα το έξαλλο πλήθος και αρνήθηκε να αρχίσει παράνομα τη διαδικασία κατά των στρατηγών. Όπως, λίγα χρόνια αργότερα, αρνήθηκε να υπακούσει στις διαταγές των Τριάκοντα και να συλλάβει παράνομα ένα πολίτη. Η δίκη και ή καταδίκη του είναι μια τραγωδία με την κυριολεκτική σημασία τού όρου, όπου θα ήταν ανόητο να ψάξουμε για αθώους και ένοχους. ‘Οπωσδήποτε, ο Δή­μος τού 399 δεν είναι πια ο Δήμος του 6ου και τού 5ου αιώνα, και, οπωσδήποτε, ή πόλις θα μπορούσε να εξακολουθήσει να αποδέχεται τον Σωκράτη, όπως το είχε κάνει επί δεκαετίες. Άλλα πρέπει επίσης να κατανοήσουμε ότι ή πρακτική του Σωκράτη παραβιάζει κυριολεκτικά τα όρια του ανεκτού σε μία δημοκρατία. Η δημοκρατία είναι το καθεστώς πού θεμελιώνεται ρητά στη δόξα, στη γνώμη, στην αντιπαράθεση των γνωμών, στη διαμόρφωση μιας κοι­νής γνώμης. Η αναίρεση των γνωμών του άλλου είναι κάτι παρα­πάνω από επιτρεπτή και νόμιμη, είναι ή ίδια ή ανάσα της δημόσιας ζωής. Άλλα ο Σωκράτης δεν περιορίζεται στο να δείξει ότι ή α ή β δόξα είναι λανθασμένη (και δεν προτείνει την δική του δόξα στη θέση κάποιας άλλης). Ο Σωκράτης δείχνει ότι όλες οι δόξες είναι λανθασμένες, ακόμη περισσότερο, ότι όσοι τις υπερασπίζονται δεν ξέρουν τι λένε. Όμως καμία κοινωνική ζωή και κανένα πολιτικό καθεστώς —και ή δημοκρατία λιγότερο από κάθε άλλο— δεν είναι δυνατά με βάση την υπόθεση ότι όλοι οι συμμετέχοντες ζουν σ’ ένα κόσμο ασυνάρτητων αντικατοπτρισμών, πράγμα πού ο Σωκράτης δείχνει διαρκώς. Βέβαια, ή πόλις θα μπορούσε να το ανεχτεί και αυτό ακόμη, το έκανε μάλιστα για μεγάλο διάστημα με τον Σωκρά­τη, όπως και με άλλους. Αλλά ο ίδιος ο Σωκράτης γνώριζε πολύ καλά ότι για την πρακτική του αυτή θα έπρεπε αργά ή γρήγορα να λογοδοτήσει. Δεν είχε ανάγκη να του προετοιμάσουν μιαν απολογία, λέει, γιατί πέρασε όλη του τη ζωή στοχαζόμενος την απολογία πού θα παρουσίαζε αν τού απευθύνετο κατηγορία. Και ό Σωκρά­της όχι μόνο αποδέχεται την απόφαση του δικαστηρίου πού αποτελείται από τούς συμπολίτες του, ό λόγος του στον Κρίτωνα, τον όποιο εκλαμβάνουμε τόσο συχνά ως ένα λόγο ηθικολογικό και ηθι­κοπλαστικό, αποτελεί μια εξαίρετη ανάπτυξη της θεμελιώδους Ελληνικής ιδέας της διαμόρφωσης του ατόμου από την πόλη του. Πό­λις άνδρα διδάσκει,έγραψε ο Σιμωνίδης. Ο Σωκράτης ξέρει ότι γεννήθηκε από την Αθήνα και ότι δεν θα μπορούσε να είχε γεννη­θεί πουθενά άλλου.
Είναι δύσκολο να σκεφθούμε ένα μαθητή πού πρόδωσε τόσο πο­λύ στην πράξη το πνεύμα του δασκάλου του, όσο ο Πλάτων. Ο Πλάτων αποσύρεται από την πόλη και ιδρύει στις πύλες της μια σχολή για επίλεκτους μαθητές. Δεν γνωρίζουμε καμία εκστρατεία στην όποια να έλαβε μέρος. Δεν γνωρίζουμε αν είχε οικογένεια. Στην πόλη πού τον έθρεψε και πού τον έκανε αυτό πού είναι δεν προσφέρει τίποτα από ό,τι κάθε πολίτης της οφείλει, ούτε στρατιω­τική θητεία, ούτε παιδιά, ούτε αποδοχή δημοσίων ευθυνών. Συκο­φαντεί την Αθήνα στον ύψιστο βαθμό. Χάρις στην τεράστια σκηνοθετική του ιδιοφυία, χάρις στη δεινότητά του ως ρήτορα, σοφι­στή και δημαγωγού, θα κατορθώσει να επιβάλει για τούς επερχόμενους αιώνες την ακόλουθη εικόνα: Οι πολιτικοί άνδρες των Αθηνών —Θεμιστοκλής, Περικλής— ήσαν δημαγωγοί, οι στοχα­στές της σοφιστές (με τη σημασία πού ό ίδιος επέβαλε), οι ποιητές της διαφθορείς της πόλεως, ο λαός της ένα χυδαίο κοπάδι αφημένο στα πάθη και τις ψευδαισθήσεις. Πλαστογραφεί ενσυνείδητα την ιστορία, είναι ό πρώτος επινοητής των σταλινικών μεθόδων σε αυτόν τον χώρο. ’Εάν γνωρίζαμε την ιστορία των Αθηνών μόνο από τον Πλάτωνα (Γ’ των Νόμων), θα αγνοούσαμε τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, τη νίκη του Θεμιστοκλή και του ελεεινού αυτού δήμου των κωπηλατών. Θέλει να εγκαθιδρύσει μια πόλη εκτός χρόνου και ιστορίας, πού θα κυβερνάται όχι από τον λαό της, άλλα από τούς «φι­λοσόφους». Αλλά είναι επίσης —και αντίθετα προς όλη την προη­γούμενη ελληνική πείρα, όπου οι φιλόσοφοι είχαν δείξει μια φρόνη­ση πραγματική, μια σωφροσύνη στην πράξη — ο πρώτος πού εγκαινίασε αυτή τη βασική μωρία, ή όποια έκτοτε, και τόσο συχνά, θα χα­ρακτηρίζει τούς φιλοσόφους και τούς διανοουμένους απέναντι στην πολιτική πραγματικότητα. Φιλοδοξεί να γίνει σύμβουλος του πρίγκι­πα, στην πραγματικότητα του τυράννου —φιλοδοξία των φιλοσό­φων και των διανοουμένων, πού δεν έπαυσε έκτοτε— και αποτυγχάνει αξιοθρήνητα, αφού αυτός ο φίνος ψυχολόγος και ό θαυμάσιος πορτρετίστας εκλαμβάνει τούς βλάκες για φωστήρες και τον τύραν­νο Διονύσιο των Συρακουσών για δυνάμει βασιλέα-φιλόσοφο, το ίδιο όπως είκοσι τρεις αιώνες αργότερα ο Heidegger θα εκλάβει τον Χίτλερ και τον ναζισμό ως τις ενσαρκώσεις του πνεύματος του γερμανικού λαού και της ιστορικής αντίστασης εναντίον της βασιλείας της τεχνικής. Ο Πλάτων είναι εκείνος πού εγκαινιάζει την εποχή των φιλοσόφων πού αποσπώνται από την πόλη, αλλά ταυτοχρόνως, κάτοχοι της αλήθειας, θέλουν να της απαγορεύσουν νόμους παραγνωρίζοντας τελείως την θεσμίζουσα δημιουργικότητα του λαού, και οι οποίοι φιλόσοφοι, αδύναμοι πολιτικά, έχουν ως ύψιστη φιλοδοξία τους να γίνουν σύμβουλοι τού πρίγκιπα.
Δεν αρχίζει όμως με τον Πλάτωνα, και δικαιολογημένα, αυτή ή άλ­λη αξιοθρήνητη πλευρά της δραστηριότητας των διανοουμένων απέναντι στην ιστορία, δηλαδή ή εκλογίκευση του πραγματικού, με άλλα λόγια ή νομιμοποίηση των υπαρχουσών εξουσιών. Ή λατρεία του τετελεσμένου γεγονότος είναι οπωσδήποτε άγνωστη και αδύνατη ως στάση πνευματική στην Ελλάδα. Πρέπει να κατεβούμε ως τούς Στωικούς για να αρχίσουμε να βρίσκουμε τέτοια σπέρματα. Είναι αδύνατο να συζητήσουμε εδώ και τώρα τις απαρχές αυτής της τάσης, πού προφανέστατα επανασυνδέεται, μέσω μιας τερά­στιας παράκαμψης, με τις αρχαϊκές και παραδοσιακές φάσεις της ανθρώπινης ιστορίας, για τις όποιες οι εκάστοτε υπάρχοντες θε­σμοί είναι ιεροί, και ή όποια κατορθώνει τον άθλο να θέσει τη φι­λοσοφία, από δημιουργίας της συστατικό στοιχείο της αμφισβήτησης της καθεστηκυίας τάξεως, στην υπηρεσία της διατήρησης αυτής της τάξεως. Ωστόσο είναι αδύνατο να μη δούμε τον Χριστιανι­σμό, από τις πρώτες μέρες του, ως τον ρητό δημιουργό των πνευ­ματικών, αισθηματικών, υπαρξιακών θέσεων, οι όποιες θα στηρί­ξουν επί δεκαοκτώ και πλέον αιώνες την καθαγίαση των υπαρχουσών εξουσιών. Το «απόδοτε τα Καίσαρος τω Καίσαρι» μόνο σε συνάρτηση με το «πάσα εξουσία εκ Θεού» μπορεί να ερμηνευθεί. Η αληθινή χριστιανική βασιλεία δεν είναι αυτού τού κόσμου και εξάλλου ή ιστορία αυτού του κόσμου, καθιστάμενη ιστορία της Σω­τηρίας, αυτομάτως καθαγιάζεται ως προς την ύπαρξή της και τον «προσανατολισμό» της, δηλαδή στο ουσιαστικό της «νόημα». Εκμεταλλευόμενος για τούς δικούς του σκοπούς το ελληνικό φιλοσοφι­κό οπλοστάσιο, ο Χριστιανισμός θα προσφέρει επί δεκαπέντε αιώ­νες τις απαραίτητες συνθήκες για την αποδοχή τού «πραγματικού» ως έχει, μέχρι πού ο Καρτέσιος θα φτάσει να πει: «προτιμάω να αλλάξω ο ίδιος παρά ν’ αλλάξω την τάξη του κόσμου», και προφα­νώς ως την κυριολεκτική αποθέωση της πραγματικότητας στο εγελιανό σύστημα («ό,τι είναι πραγματικό είναι ορθολογικό»). Παρά τα φαινόμενα, στον ίδιο κόσμο, κόσμο ουσιαστικά θεολογικό, α- πολιτικό, α-κριτικό, ανήκουν και ό Nietzsche, πού διακηρύσσει «την αθωότητα του γίγνεσθαι», και ο Heidegger, πού παρουσιάζει την ιστορία ως Ereignis και Geschick, έλευση του είναι και δωρεά/ προορισμό του είναι και από το είναι. Πρέπει κάποτε να τελειώ­νουμε μ’ αυτό το εκκλησιαστικό, ακαδημαϊκό και λογοτεχνικό σέ­βας. Πρέπει τελικά να μιλήσουμε για τη σύφιλη αυτής της οικογέ­νειας, της οποίας προφανώς τα μισά μέλη πάσχουν από γενικευμένη παράλυση. Πρέπει να πιάσουμε από το αυτί τον θεολόγο, τον εγελιανό, τον νιτσεϊκό, τον χαϊντεγκεριανό, και να τούς οδηγήσου­με στα στρατόπεδα της Κόλυμα, του Άουσβιτς, στα ρωσικά ψυχια­τρεία, στις αίθουσες βασανιστηρίων της αργεντινής αστυνομίας, και να απαιτήσουμε να μας εξηγήσουν αιδώ και τώρα και δίχως υπεκφυγές το νόημα των εκφράσεων «πάσα εξουσία εκ Θεού», «ό,τι είναι πραγματικό είναι και ορθολογικό», «αθωότητα τού γί­γνεσθαι» ή «η ψυχή ισοδυναμεί με την παρουσία των πραγμά­των».
Αλλά το πιο φανταστικό αμάλγαμα παρουσιάζεται όταν ο διανοούμενος πετυχαίνει, ύψιστο κατόρθωμα, να συνδέσει την κριτική της πραγματικότητας με τη λατρεία της δύναμης και της εξουσίας. Αυτό το κατόρθωμα γίνεται στοιχειώδες από τη στιγμή πού κάπου εμφανίζεται μια «επαναστατική εξουσία». ’Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει ή χρυσή εποχή των συνοδοιπόρων, πού μπόρεσαν να εξα­σφαλίσουν την πολυτέλεια μιας αντίθεσης φαινομενικά ανένδοτης εναντίον ενός τμήματος της πραγματικότητος, της πραγματικότητος «οίκοι», με την αποθέωση ενός άλλου τμήματος αυτής της ίδιας πραγματικότητες — εκεί κάτω, άλλου, στη Ρωσία, στην Κίνα, στην Κούβα, στην Αλγερία, στο Βιετνάμ ή και στην Αλβανία. Ελάχιστοι είναι, μέσα στα μεγάλα ονόματα της δυτικής ιντελιγκέντσιας, όσοι δεν έκαναν σε κάποια στιγμή μεταξύ τού 1920 και τού 1970, αυτήν «τη θυσία της συνείδησης», πότε — λιγότερο συχνά— με παιδαριώ­δη ευπιστία και άλλοτε —συχνότερα— με την πιο γελοία κατεργα­ριά. Ο Σαρτρ, βεβαιώνοντας απειλητικά: «Δεν μπορείτε να συζητά­τε τις πράξεις τού Στάλιν, εφόσον είναι ο μόνος πού κατέχει τις πληροφορίες πού τις δικαιολογούν», θα παραμείνει αναμφισβήτητα το πιο εύγλωττο δείγμα της αυτογελοιοποίησης τού διανοουμένου.
Απέναντι σ’ αυτό το όργιο της ευσεβούς διαστροφής και της εκτροπής της χρήσης του λογικού, πρέπει να διακηρύξουμε έντονα αυτό το προφανές, πού όμως παραμένει βαθιά παραχωμένο: Δεν υπάρχει κανένα προνόμιο της πραγματικότητος, ούτε φιλοσοφικό, ούτε κανονιστικό, το παρελθόν δεν αξίζει περισσότερο απ’ ό,τι το παρόν, και το παρόν δεν είναι μοντέλο, άλλα υλικό. Η παρελθούσα ιστορία του κόσμου δεν καθαγιάζεται και θα μπορούσε μάλλον να είχε καταδικαστεί στο πυρ το εξώτερον από το γεγονός ότι ή ιστορία αυτή έχει παραμερίσει άλλες ιστορίες όντως δυνατές. Οι ιστορίες αυτές έχουν ίση σημασία για το πνεύμα, ενδεχομένως με­γαλύτερη άξια για τις πρακτικές συμπεριφορές μας απ’ ό,τι η «πραγματική» ιστορία. Η  εφημερίδα μας δεν περιέχει, όπως πί­στευε ο Hegel, τη «ρεαλιστική πρωινή μας προσευχή», άλλα μάλ­λον την καθημερινή σουρεαλιστική μας φάρσα. Περισσότερο από ποτέ, ενδεχομένως σήμερα. Ότι κάτι εμφανίζεται το 1987, δημιουργεί εκ πρώτης όψεως και μέχρις αποδείξεως του εναντίου ένα ισχυρό τεκμήριο ότι αυτό το πράγμα ενσαρκώνει τη βλακεία, την ασχήμια, τη μοχθηρία και τη χυδαιότητα.
Αποκατάσταση, επανεγκαθίδρυση, επαναθέσμιση μιας αυθεντικής αποστολής του διανοουμένου στην ιστορία σημαίνει ασφαλώς, κατά πρώτον και κύριο λόγο, αποκατάσταση, επανεγκαθίδρυση, επαναθέσμιση της κριτικής του λειτουργίας. Ακριβώς διότι η ιστορία είναι πάντοτε, ταυτόχρονα, δημιουργία και καταστροφή, και η δη­μιουργία (όπως και η καταστροφή) άφορα το υψηλό εξίσου με το τερατώδες, για τον λόγο αυτό η διαύγαση και η κριτική αποτελούν καθήκον, περισσότερο παντός άλλου, εκείνου πού εξ επαγγέλματος και ως εκ της θέσεώς του μπορεί να αποστασιοποιηθεί από το καθημερινό και το πραγματικό: του διανοουμένου.
Εκείνου πού βρίσκεται σε απόσταση, όσο τούτο είναι δυνατόν, και από τον ίδιο τον εαυτό του. Και αυτό δεν παίρνει μόνο τη μορ­φή της «αντικειμενικότητας», αλλά και τη μορφή του διαρκούς αγώνος να υπερβεί την ειδίκευσή του, να κατορθώσει έτσι ώστε να τον άφορα πάντοτε ό,τι είναι σημαντικό για τούς ανθρώπους.
Αυτές οι στάσεις θα μπορούσαν να τείνουν βέβαια στον διαχω­ρισμό του υποκειμένου τους από τη μεγάλη μάζα των συγχρόνων τους. Αλλά υπάρχει διαχωρισμός και διαχωρισμός. Δεν θα βγούμε από τη διαστροφή πού έδωσε τον χαρακτήρα της στον ρόλο των διανοουμένων από τον Πλάτωνα και εφεξής, και για μία ακόμη φορά εδώ και εβδομήντα χρόνια, παρά μόνο αν ο διανοούμενος ξαναγίνει πραγματικά πολίτης. Πολίτης δεν είναι (δεν είναι αναγκαστικά) το «ενεργό κομματικό μέλος», αλλά κάποιος πού διεκδικεί ενεργά τη συμμετοχή του στη δημόσια ζωή και στα κοινά, στον ίδιο βαθμό με όλους τούς άλλους.
Κι εδώ προδήλως εμφανίζεται μια αντινομία, αντινομία πού δεν επιδέχεται θεωρητική λύση και πού μόνον ή φρόνησις μπορεί να μας επιτρέψει να υπερβούμε. Ο διανοούμενος πρέπει να θέλει τον εαυτό του πολίτη όπως κι οι άλλοι, και φιλοδοξεί να απηχεί, de iure, την παγκοσμιότητα και την αντικειμενικότητα. Δεν μπορεί να σταθεί σ’ αυτόν τον χώρο εάν δεν αναγνωρίσει τα όρια πού ή υποτιθέμενη αντικειμενικότητα και παγκοσμιότητά του επιτρέ­πουν. Οφείλει να αναγνωρίσει, και όχι σιωπηρά, ότι αυτό πού θέ­λει να ακουστεί είναι μια ακόμη δόξα, και όχι μια επιστήμη. Πρέ­πει κυρίως να αναγνωρίσει ότι ή ιστορία είναι ή περιοχή όπου εκδιπλώνεται η δημιουργικότητα όλων, ανδρών και γυναικών, λογίων και αναλφάβητων μιας ανθρωπότητας, όπου o ίδιος o διανοούμε­νος δεν είναι παρά ένα άτομο. Να είναι δημοκράτης και να μπορεί, αν το κρίνει έτσι, να πει στο λαό: κάνετε λάθος! —ιδού τι πρέ­πει ακόμη να απαιτούμε από τον διανοούμενο. Ο Σωκράτης μπόρεσε να το κάνει στη δίκη των Αργινουσών —η περίπτωση εμφα­νίζεται, εκ των ύστερων, προφανής, εκτός του ότι o ίδιος στηριζό­ταν σ’ έναν τυπικό κανόνα δικαίου. Τα πράγματα είναι συχνά πολύ πιο σκοτεινά. Κι εδώ, μόνο ή φρόνηση και το γούστο, η καλαισθη­σία, μπορούν να μaς επιτρέψουν να ξεχωρίσουμε την αναγνώριση της δημιουργικότητας τού λαού από την τυφλή λατρεία της «δύνα­μης των γεγονότων». Και δεν πρέπει να μάς εκπλήσσει το γεγονός ότι βρίσκουμε αυτόν τον όρο στο τέλος αυτών των παρατηρήσεων. Αρκούσε να διαβάσει κανείς πέντε γραμμές του Στάλιν για να κα­ταλάβει ότι η επανάσταση δεν μπορούσε να είναι αυτό το πράμα.

Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2014

Η ιδεολογία του εκσυγχρονισμού

 [Άρδην 57]
Το 1996, μετά τον θάνατο του Ανδρέα Παπανδρέου, την εξουσία κατέλαβε η ομάδα των «εκσυγχρονιστών». Η πολιτική αυτή τάση ηγήθηκε του ΠΑΣΟΚ και με πρωθυπουργό τον Κώστα Σημίτη κυβέρνησε την Ελλάδα 8 ολόκληρα χρόνια μέχρι το 2004, οπότε και ηττήθηκε με μεγάλη διαφορά στις βουλευτικές εκλογές.
Σήμερα, το ΠΑΣΟΚ, κάνοντας αυτοκριτική, εντοπίζει τις αιτίες της εκλογικής ήττας στην «αλαζονεία της εξουσίας», στο ότι ως κυβέρνηση δεν έδωσε την πρέπουσα σημασία στην «καθημερινότητα», στο «καλάθι της νοικοκυράς», στα φαινόμενα γενικευμένης διαφθοράς, στο Aσφαλιστικό, στο Χρηματιστήριο κ.ά
Και πολύ ορθά είναι όλα αυτά. Όμως, οι εκσυγχρονιστές σκόπιμα παραλείπουν να υπενθυμίσουν και έναν άλλο, ιδιαίτερα σημαντικό, λόγο ο οποίος οδήγησε το ΠΑΣΟΚ στην απώλεια της εμπιστοσύνης του λαού:
τον πολιτιστικό πόλεμο που κήρυξαν στην ελληνική κοινωνία, τη συστηματική προσπάθεια που κατέβαλαν για να μεταλλάξουν τη συνείδησή της, την πολιτιστική ταυτότητά της και για να αναθεωρήσουν την ιστορία της.
Πρέπει να τονίσω ότι πλανώνται όσοι νομίζουν ότι ο «εκσυγχρονισμός» είναι απλώς μία πολιτική τάση στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ, η οποία γενικά έχει ως σκοπό να εισάγει νεωτερισμούς την ελληνική κοινωνία. Ούτε βέβαια και όλο το ΠΑΣΟΚ είναι εκσυγχρονιστικό. Το αντίθετο μάλιστα, αφού πρόκειται για ένα κόμμα που μεταπολιτευτικά απετέλεσε το ευρύτερο μέσο έκφρασης της λαϊκής βούλησης.
Οι εκσυγχρονιστές όμως, αν και μειονότητα στην αρχή, κατόρθωσαν να υπερισχύσουν, να παραγκωνίσουν και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να αποβάλουν άλλες τάσεις στο εσωτερικό του κόμματος και σε λίγα μόνο χρόνια να μεταβληθούν σε κυρίαρχη δύναμη. Επίσης, με τον όρο «εκσυγχρονισμός-εκσυγχρονιστές» δεν εννοούμε οπωσδήποτε την επονομαζόμενη ομάδα των εκσυγχρονιστών του ’95-’96, ούτε μόνο την σημερινή τάση των εκσυγχρονιστών που συσπειρώνεται γύρω από τον Κώστα Σημίτη. Εννοούμε ολόκληρο το ιδεολογικοπολιτικό ρεύμα το οποίο έγινε επίσημη πολιτική με την εκλογή Σημίτη και αργότερα του Γ. Παπανδρέου στην Προεδρία του ΠΑΣΟΚ.
Εν ολίγοις, και επειδή δεν αποτελεί αντικείμενο του παρόντος κειμένου, θα μπορούσαμε να πούμε ότι, αν και η ιστορική κοιτίδα του φαινομένου ήταν μάλλον ο Συνασπισμός του Λεωνίδα Κύρκου και της Μαρίας Δαμανάκη και ξενιστής του το ΠΑΣΟΚ του Κώστα Σημίτη και του Γιώργου Παπανδρέου, ο εκσυγχρονισμός, ως ιδεολογία, διαχέεται σε ολόκληρο σχεδόν το πολιτικό φάσμα, συμπεριλαμβανομένης και της Νέας Δημοκρατίας, όπου ταυτίστηκε με τη νεοφιλελεύθερη και απροκάλυπτα φιλοαμερικανική πτέρυγα, ένα τμήμα της οποίας αργότερα προσχώρησε στο κόμμα του Γιώργου Παπανδρέου.
Θα ήταν λοιπόν λάθος του αναγνώστη να θεωρήσει ότι το παρόν κείμενο περιγράφει καταστάσεις που επικράτησαν μόνο στο ΠΑΣΟΚ, ή ότι πρόκειται για ένα κείμενο που έχει ως σκοπό την άσκηση αντιπολίτευσης σε αυτό το κόμμα. Το φαινόμενο αφορά και τη Νέα Δημοκρατία και τον Συνασπισμό, όπου οι εκσυγχρονιστές έχουν ισχυρά προγεφυρώματα. Ενδεικτικό είναι ότι όσοι μιλάνε για τον λεγόμενο τρίτο πόλο δεν κρύβουν ότι μία συμπαράταξη του Γιώργου Παπανδρέου με την Ντόρα Μπακογιάννη και τον Μητσοτάκη θα ήταν μία εξέλιξη άκρως θετική. Αντίθετα, στον Συνασπισμό, μετά την εκλογή του Αλέκου Αλαβάνου στην προεδρία του κόμματος, ίσως να περιοριστούν ορισμένες ιδεολογικές ακρότητες των εκσυγχρονιστών.
Παραδόξως, ο εκσυγχρονισμός έχει επηρεάσει ιδεολογικά και μεγάλο τμήμα της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς.
«Συνομωσία» στα σπλάχνα της εξουσίας
Αρκετοί συμφωνούν ότι σημείο καμπής αυτής της ιστορίας ήταν η έκθεση για την κατάσταση των μειονοτήτων στην Ελλάδα, που συνέταξε ο νεαρός τότε Αμερικανός διπλωμάτης Μπρέιντυ Κίσλινγκ, και έδωσε στη δημοσιότητα το Στέητ Ντηπάρτμεντ το 1990, η οποία περιέγραφε με μελανά χρώματα την ελληνική πραγματικότητα. Αργότερα, ο κ. Κίσλινγκ εξελίχθηκε σε πολιτικό σύμβουλο της πρεσβείας των ΗΠΑ στην Αθήνα, παραιτήθηκε όμως κατά την τελευταία αμερικανική εισβολή στο Ιράκ, όταν συγκρούστηκαν η CIA, το αμερικανικό Πεντάγωνο και το Στέητ Ντηπάρτμεντ για το αν έπρεπε να πραγματοποιηθει η επέμβαση.
Αν και για τον ιστορικό θα έχει μεγάλο ενδιαφέρον η παρακολούθηση των διαύλων μέσω των οποίων εμφανίστηκε και διαδόθηκε ο εκσυγχρονισμός στην Ελλάδα, σήμερα μπορούμε να πούμε ότι τα πρώτα εκσυγχρονιστικά δείγματα γραφής φάνηκαν από την εποχή του εμφυλίου πολέμου στην Γιουγκοσλαβία και μάλιστα, πέρα από κάθε τότε γνωστή λογική, από τον χώρο της Εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς. Η Κίνηση για τα Κοινωνικά και Πολιτικά Δικαιώματα εκφράστηκε δημόσια υπέρ του Βόσνιου Μουσουλμάνου ηγέτη Ιζμπέκοβιτς, εκλεκτού των Αμερικανών και του διεθνούς παράγοντα, σε μία εποχή που η ελληνική εξωτερική πολιτική διήγε την «εθνοκεντρική» περίοδό της και το 98% των Ελλήνων _αλλά και της Αριστεράς παγκοσμίως_ τασσόταν στο πλευρό των Σέρβων. Ουδείς εκείνη την εποχή γνώριζε περί εκσυγχρονισμού, και αυτή η επιλογή της Κίνησης αποδόθηκε αόριστα σε «αριστερίστικη ιδιορρυθμία» ή «αντιδραστικότητα». Επίσης ουδείς παρατήρησε τις υφέρπουσες εκλεκτικές συγγένειες με ορισμένες ακραία δεξιές νεοφιλελεύθερες απόψεις όπως αυτές του Α. Ανδριανόπουλου και των ομοϊδεατών του.
Σήμερα όμως, οι επιδιώξεις του εκσυγχρονισμού έχουν γίνει πλήρως κατανοητές και, εν ολίγοις, δεν είναι άλλες από την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη εναρμόνιση της ελληνικής πραγματικότητας στα οράματα όσων προωθούν την λεγόμενη «παγκοσμιοποιημένη κοινωνία», το «παγκόσμιο Χωριό» ή αλλιώς την «Νέα Τάξη Πραγμάτων», που έχει εξαγγελθεί ήδη από την εποχή του Προέδρου Ρήγκαν.
Όπως λένε οι υποστηρικτές του εγχειρήματος, σκοπός του σε παγκόσμιο επίπεδο είναι η αναδιάταξη των οικονομικών ζωνών επιρροής, εμπορίου, παραγωγής και αγοράς εργασίας, και γενικότερα των γεωοικονομικών δεδομένων, με τρόπο ορθολογικότερο από αυτόν που ισχύει σήμερα, ο οποίος βασίζεται σε εθνοκεντρικούς σχηματισμούς και δεν είναι πια λειτουργικός. Σε ό,τι αφορά το εσωτερικό αυτών των υπό διαμόρφωση σχηματισμών, δίνουν μεγάλη έμφαση στην «ευελιξία» της εργασιακής αγοράς, με τη μετατροπή του μεγαλύτερου τμήματος των εργαζομένων σε ένα είδος χαμηλά αμειβόμενων «εργασιακών νομάδων», που θα αλλάζουν αντικείμενα, ώρες και τόπο εργασίας ανάλογα με τις εκάστοτε απαιτήσεις της παραγωγής. Για την επίτευξη αυτού του στόχου έχει δοθεί, παγκοσμίως, μεγάλη έμφαση στην ανάπτυξη των επικοινωνιών οι οποίες πρέπει να είναι προσιτές σε χαμηλές τιμές.
Όσοι ευαγγελίζονται αυτές τις αλλαγές θεωρούν ότι είναι κοσμοϊστορικές και υποστηρίζουν ότι είναι απότοκα της επανάστασης στον τομέα της τεχνολογίας των επικοινωνιών, της πληροφορικής, της ρομποτικής και των συγκοινωνιών, κάτι ανάλογο με τις κοινωνικές ανακατατάξεις που επέφερε η βιομηχανική επανάσταση. Όμως παραβλέπουν μία ουσιώδη διαφορά: ότι οι αλλαγές που επέφερε η βιομηχανική επανάσταση δεν ήταν προσχεδιασμένες, ούτε και προηγήθηκαν της εξάπλωσης των μηχανών. Έγιναν σταδιακά και όταν ο παλιός τρόπος παραγωγής είχε ξεπεραστεί από την ίδια την πραγματικότητα. Αντίθετα εδώ, ήδη από την εποχή της δεκαετίας του ’80 (Ρήγκαν-Θάτσερ), έχουμε πρώτα την διατύπωση των στόχων της υπερδύναμης, μετά την εμφάνιση της θεωρίας και του ιδεολογικού συστήματος και ύστερα την προσπάθεια να εναρμονιστεί σε αυτή τη θεωρία η παγκόσμια πραγματικότητα. Όμως, επειδή οι δυνάμεις που κινούν αυτές τις αλλαγές είναι τιτάνιες (ΗΠΑ, μεγάλα οικονομικά κέντρα, διεθνείς οργανισμοί κ.λπ.), το θετό αυτό εγχείρημα βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη. Στην Ελλάδα, οι διεκπεραιωτές του αποφεύγουν να το προσδιορίσουν ονομαστικά, για να αποφύγουν αρνητικούς συνειρμούς (νεοφιλελεύθεροι, φιλοαμερικανοί κ.ά.). εντούτοις μπορεί κάποιος να θέσει όλες τις τάσεις των υποστηρικτών αυτού του εγχειρήματος υπό τον όρο «εκσυγχρονισμός».
Κάτω από αυτό το πρίσμα, και για να γίνουμε περισσότερο κατανοητοί, σύμφωνα με τους θεωρητικούς του εκσυγχρονισμού, είναι εντελώς ανορθολογικό και δαπανηρό, οι κάτοικοι π.χ. της Μυτιλήνης να συναλλάσσονται ή να υπάγονται διοικητικά στο ελλαδικό κέντρο και όχι με τα παράλια της Μικράς Ασίας, όπως συνέβαινε τον Μεσαίωνα ή επί Τουρκοκρατίας, όταν δεν υπήρχαν συνοριακοί περιορισμοί. Το ίδιο συμβαίνει όταν το Αιγαίο χαρακτηρίζεται ελληνικό, αφού έτσι παρεμποδίζεται η ομαλή οικονομική δραστηριότητα μιας μεγάλης γεωοικονομικής ζώνης, στην οποία έχουν εντάξει την χώρα μας οι δεξαμενές σκέψεις πέραν του Ατλαντικού (Βαλκάνια, Τουρκία, Καύκασος, Παραδουνάβιες περιοχές κ.λπ.). Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι οι ελληνοτουρκικές διαφορές έχουν χαρακτηριστεί «αναχρονιστικές» και μάλιστα από τον ίδιο τον Κώστα Σημίτη.
Σημαντικό εργαλείο για την εφαρμογή αυτής της πολιτικής είναι οι κάθε είδους μειονότητες (εθνοτικές, θρησκευτικές, ιδεολογικές, κ.ά), και ο πολυπολιτισμός, αφού όταν μία κοινωνία είναι διασπασμένη γίνεται πιο «ευέλικτη». Πολύτιμο εργαλείο είναι και οι μετανάστες οι οποίοι, σε πρώτη φάση, _χωρίς συνδικαλιστική συνείδηση και αποκομμένοι από το φυσικό περιβάλλον τους, ώστε να διατηρούν υψηλό ενδιαφέρον για τα κοινά_ αποτελούν τον ιδανικό «εργασιακό νομάδα», ενώ έχει ήδη αρχίσει η μετατροπή σε κάτι αντίστοιχο και των γηγενών. Εργώδεις προσπάθειες καταβάλλονται για να λήξουν και όσες διεθνείς αντιπαραθέσεις χαρακτηρίζονται για διάφορους λόγους ανεπιθύμητες, (π.χ. Ινδία-Πακιστάν, Ελλάδα-Τουρκία κλπ) ενώ αντίθετα ενθαρρύνονται όσες εξυπηρετούν τους στόχους της παγκοσμιοποίησης (π.χ. Γιουγκοσλαβία, Κόσοβο, Καύκασος, διάλυση της Ρωσίας και αργότερα της Κίνας κ.λπ.).
Επιφανείς εκσυγχρονιστές στην Ελλάδα δηλώνουν ότι πιστεύουν ακράδαντα ότι αυτές οι πλανητικού μεγέθους αλλαγές θα προωθηθούν οπωσδήποτε, και ότι τελικά θα είναι προς όφελος ολόκληρης της ανθρωπότητας. Ωστόσο, φαίνεται να επικρατεί όλο και περισσότερο η άποψη, ότι πίσω από τις εξαγγελίες για κοσμοϊστορικές αλλαγές και το όραμα ενός πλανητικού χωριού χωρίς σύνορα, όπου θα επικρατεί ειρήνη και ευημερία, δεν κρύβεται παρά ο εθνικισμός και ο επεκτατισμός των ΗΠΑ, καθώς υποστηρίζουν αυτό το εγχείρημα με όλες τις δυνάμεις τους, ακόμη και στρατιωτικά.
Η Ελλάδα, με ποσοστό 98% του πληθυσμού της να έχει κοινή γλώσσα και θρησκεία, ανήκει παγκοσμίως στις χώρες με τη μεγαλύτερη κοινωνική συνοχή. Επιπλέον, απέκτησε κρατική οντότητα μετά από εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες και διαθέτει έντονες, πρόσφατες και πολυδιάστατες ιστορικές μνήμες. Η κυριότερη όμως ιδιορρυθμία της είναι ότι, καλώς ή κακώς, διακατέχεται από μία συλλογική αυτοπεποίθηση που στο μεγαλύτερο μέρος της στηρίζεται στην Ιστορία και λιγότερο σε σύγχρονα οικονομικά, τεχνολογικά ή άλλα επιτεύγματα. Έτσι η προσπάθεια προσαρμογής της ελληνικής πραγματικότητας στην εκσυγχρονιστική-νεοφιλελεύθερη θεωρία αναπόφευκτα συγκρούστηκε με βαθύτατα αντανακλαστικά και ιστορικά βιώματα του ελληνικού λαού, αφού θίγει τις βάσεις της συλλογικής συνείδησής του και τις πολιτιστικές ρίζες του.
«Ανήκουμε στην Δύση»
Για να διεκπεραιώσουν την πολιτική τους στην Ελλάδα και να αποκτήσουν _έστω και προσωρινά_ λαϊκή συναίνεση, οι «εκσυγχρονιστές» υιοθέτησαν ή υπέθαλψαν ανά περίπτωση πολλές τάσεις, ιδεολογίες και ιδεολογήματα. Άλλες που έλκουν την καταγωγή τους απ’ ευθείας από το νεοφιλελεύθερο ιδεολογικό εποικοδόμημα, ορισμένες που βρίσκονταν σε λανθάνουσα κατάσταση στις παρυφές της ελληνικής κοινωνίας και άλλες που προήλθαν από την μετάλλαξη συστατικών του αριστερού ιδεολογικού συστήματος.
Εντούτοις, όλα τα παραπάνω εντάσσονται σε ένα πλαίσιο το οποίο αρμόζει επακριβώς στις απαιτήσεις του πολιτικού εγχειρήματος που υπηρετεί ο ελληνικός εκσυγχρονισμός και βασίζεται σε ορισμένα αξιωματικής φύσης στοιχεία, τα οποία όμως καθομολογούνται εξαιρετικά σπάνια:
• την αποδοχή της αμερικανικής παγκόσμιας ηγεμονίας και των γεωπολιτικών οραμάτων της, επομένως την παραίτηση από την παραδοσιακή στην Ελλάδα αντίθεση στην πολιτική των ΗΠΑ,
• την αποδοχή του οικονομικού και κοινωνικού μοντέλου της Ελεύθερης Αγοράς και κατ’ επέκταση των παγκόσμιων γεωπολιτικών και γεωοικονομικών ανακατατάξεων και ιδεολογιών, που είναι αναγκαίες κατά την προσπάθεια εφαρμογής του,
• το αυτονόητο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως συμπληρωματικού όμως στοιχείου της αμερικανικής ηγεμονίας.
Ένα τέταρτο στοιχείο, το οποίο είναι απαραίτητο για την ύπαρξη του παραπάνω τρίπτυχου -και φυσικά επίσης δεν καθομολογείται-, είναι η αποδοχή της παρεμβατικότητας του διεθνούς παράγοντα στα εσωτερικά της χώρας.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο πρώην Γεν. Γραμματέας του ΠΑΣΟΚ, Κώστας Λαλιώτης, όταν αντικαταστάθηκε από τον Μ. Χρυσοχοΐδη, μίλησε για «μεταλλάξεις» και «Αμερικανούς».
«Συνομωσία» στα σπλάχνα της εξουσίας
Η μελέτη της Ιστορίας δείχνει ότι οι ιδεολογίες ή πηγάζουν απ’ ευθείας από τις μάζες, ή κατασκευάζονται, ή και τα δύο. Επίσης είναι γνωστό ότι οι ιδεολογίες είτε παράγουν πολιτικά εγχειρήματα, είτε διαδίδονται σκοπίμως για να υποστηρίξουν πολιτικά εγχειρήματα.
Ιστορικά, είναι επίσης γεγονός ότι όσα πολιτικά εγχειρήματα δεν ενδύθηκαν τη λεοντή μιας ιδεολογίας είχαν μικρή απήχηση ή απέτυχαν. Αντίθετα, ακόμη και οι πιο απεχθείς και αντιλαϊκές πολιτικές, όταν οι φορείς τους κατασκεύασαν ή εκμεταλλεύτηκαν ιδεολογίες, βρήκαν πάντα υποστηρικτές, ακόμη και ανάμεσα σε αυτούς που θα έπρεπε να τις αντιμάχονται.
Σε ό,τι αφορά τον «εκσυγχρονισμό», είναι βέβαιο ότι δεν προήλθε από τις μάζες. Αντίθετα, πρόκειται για ένα κίνημα που διαδόθηκε στα σπλάγχνα της εξουσίας και αρχικά υπηρετήθηκε από επαγγελματίες: πολιτικούς, διπλωμάτες, πανεπιστημιακούς, δημοσιογράφους και οικονομικούς παράγοντες. Για να εξαπλωθεί, χρησιμοποίησε ήδη υπάρχοντες επικοινωνιακούς μηχανισμούς, και προσεταιρίσθηκε ανθρώπους που γνώριζαν να τους χειρίζονται άριστα. Αφού κατέλαβε την εξουσία και θεώρησε ότι απέσπασε το ελάχιστο απαραίτητο ποσοστό λαϊκής συναίνεσης, επιχείρησε να διεκπεραιώσει την πολιτική του. Σε ένα ποσοστό το πέτυχε, όμως εξακολουθεί να προσκρούει στη συλλογική συνείδηση της ελληνικής κοινωνίας, ενώ, δεδομένης της διεθνούς ρευστότητας, η τελική έκβαση του εκσυγχρονιστικού εγχειρήματος παραμένει αβέβαιη. Ο εκσυγχρονισμός χρησιμοποίησε στο έπακρο το ιδεολογικό σύστημα που κατασκεύασε για να συγκρουστεί κατά μέτωπο με τους πολιτικούς αντιπάλους του, τους οποίους προσπάθησε να εξοντώσει, διασύροντάς τους ακόμη και προσωπικά, σε ένα κλίμα θρησκευτικοπολιτικής αντιπαράθεσης και επιβολής του «πολιτικώς ορθού» που επικράτησε τα τελευταία χρόνια και το οποίο δυστυχώς συχνά οδήγησε σε φαινόμενα νεομακαρθισμού.
Ιδεολογία και εγχείρημα του εκσυγχρονισμού
Στους κοινωνιολόγους είναι γνωστό ότι μία ιδεολογία υιοθετείται από κοινωνικά σύνολα ή ομάδες, επειδή με αυτό τον τρόπο προβάλλεται η γνώμη τους για το πώς είναι ο κόσμος γύρω τους, αλλά ιδίως για να εκφράσουν την επιθυμία τους για το πώς θα έπρεπε να είναι αυτός ο κόσμος. Η βασική αυτή αρχή ισχύει για όλες ανεξαιρέτως τις ιδεολογίες.
Όταν όμως πολλές συγγενικές μεταξύ τους ιδέες -αδιάφορο αν αυτές έχουν παραχθεί αυθόρμητα ή έχουν κατασκευαστεί- σχηματίζουν ιδεολογικά συστήματα, τότε τα συστήματα αυτά αρχίζουν να λειτουργούν περισσότερο ως κώδικας επικοινωνίας μεταξύ των μελών μίας συλλογικότητας παρά ως εργαλείο έκφρασης επιθυμιών ή ερμηνείας του κόσμου. Έτσι συχνά παύουν να υπακούουν στους κανόνες της λογικής και της ορθής σκέψης και γίνονται αντιφατικά. Τότε οι φορείς της ιδεολογίας, προκειμένου να επιλύσουν τις αντιφάσεις σε θεωρητικό επίπεδο, είτε επινοούν αρχές και προτάσεις οι οποίες απομακρύνονται ακόμη περισσότερο από την πραγματικότητα είτε ακόμη χειρότερα, προσπαθούν να επιβάλουν την ιδεολογία τους στους υπόλοιπους με τρόπους ολοκληρωτικούς.
Αυτή η ελλιπής σχέση επικοινωνίας των ιδεολογικών συστημάτων με τη πραγματικότητα εξηγεί τον ολοκληρωτισμό και την ακαμψία των ιδεολογιών _ στην προκειμένη περίπτωση του εκσυγχρονισμού. Όλες πρέπει να κατέχουν την φιλοσοφική λίθο, και καθώς ένα ιδεολογικό σύστημα συνήθως δεν επικοινωνεί επαρκώς με την πραγματικότητα _ώστε να αναπροσαρμόζεται ανάλογα με τα νέα δεδομένα ή γνώσεις, για να παράγει θεωρία και πράξη_ αναγκαστικά γίνεται άκαμπτο, αυθαίρετο και αυταρχικό. Έτσι εξηγούνται και οι ιδεολογικές υπερβολές των εκσυγχρονιστών, που εκφράστηκαν δημόσια κυρίως μέσω «τολμηρών» απόψεων επί παντός επιστητού όπως και η προσπάθεια που κατέβαλαν για να καταπνίξουν κάθε αντίπαλη άποψη ή ιδεολογία.
Η κατάσταση αυτή παρήγαγε κατά κόρον θρησκευτικοπολιτικά επιχειρήματα και φαινόμενα εξάρτησης από το εκσυγχρονιστικό «πολιτικώς ορθόν» (political correct), τα οποία είναι χαρακτηριστικά κυρίως στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής, της ερμηνείας του διεθνούς περιβάλλοντος, του ζητήματος των μειονοτήτων, των μεταναστών κ.ά.
Όμως, υπήρξε και μία άλλη, ουσιαστικότερη αιτία που οδήγησε τον εκσυγχρονισμό σε φαινόμενα ολοκληρωτισμού. Ο εκσυγχρονισμός, πριν από ιδεολογία, είναι ένα πολιτικό εγχείρημα που πρέπει να διεκπεραιωθεί πάση θυσία. Όποιος νομίσει ότι τα φαινόμενα θρησκοπολιτικής και ιδεοληψίας δεν αφορούσαν και το κεντρικό επιτελείο των τεχνοκρατών του εκσυγχρονισμού, πλανάται πλάνην οικτράν. Ανάγοντας την ιδεολογία σε επικοινωνιακό εργαλείο, οι εκσυγχρονιστές κατόρθωσαν σε μικρό χρονικό διάστημα να αποσπάσουν τη σιωπηρή ανοχή για τη διεκπεραίωση μιας σειράς πολιτικών _υπερατλαντικού κυρίως ενδιαφέροντος_, οι οποίες αλλιώς θα ήταν αδύνατο να υλοποιηθούν, όπως στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, στα Βαλκάνια, στη Μέση Ανατολή αλλά και στο εσωτερικό της χώρας.
Το σκιάχτρο της ακροδεξιάς
Οι εκσυγχρονιστές δεν αρκέστηκαν στο να διατυπώνουν τις ιδέες τους, ή έστω να εφαρμόσουν την πολιτική τους. Δυστυχώς, στο κλίμα της ιδεοληψίας που επεκράτησε, ασχολήθηκαν με τον εντοπισμό και την εξουδετέρωση προσώπων που ενσάρκωναν τις αντίπαλες απόψεις. Άρχισε ένα κυνήγι μαγισσών και η δαιμονοποίηση της «ακροδεξιάς», μία έννοια που η σημασία της διογκώθηκε σκοπίμως και διευρύνθηκε θεωρητικά ώστε να αποτελεί το σημείο αναφοράς όπου εντάσσεται ό,τι δεν αρμόζει στο ιδεολογικό σύστημα του εκσυγχρονισμού. Δηλαδή, κατασκευάστηκε μία έννοια μπαλαντέρ, κάτι ανάλογο με την έννοια της «τρομοκρατίας» που εφηύραν οι Αμερικανοί μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης.
Η ακροδεξιά (όπως και τα «σκοτεινά παράκεντρα», οι «υπερεθνικιστές» κ.λπ.) ανάγονται σε υπέρτατο κίνδυνο για την ελληνική κοινωνία, με την συστηματική εισαγωγή συμβόλων και σημείων αναφοράς που έλκουν την καταγωγή τους από την εποχή του εμφύλιου πολέμου της δεκαετίας του ’40, του μετεμφυλιακού κράτους της Δεξιάς του ’50-’60. Στο σημείο αυτό, προς αποφυγή παρεξηγήσεων, πρέπει να σημειωθεί ότι ο γράφων ουδεμία συμπάθεια τρέφει προς την ακροδεξιά, το αντίθετο μάλιστα. Όμως, χωρίς υπερβολή πιστεύω ότι, π.χ. η Χρυσή Αυγή θα ήταν μία οργάνωση ελάχιστα γνωστή και χωρίς την παραμικρή πολιτική σημασία αν δεν υπήρχαν επίμονα δημοσιεύματα μερίδας του Τύπου, που διόγκωσαν την σημασία της και τις δυνατότητές της.
Εξ άλλου, σε δημοσιογραφικά γραφεία έχουν φτάσει πληροφορίες για απόπειρα προσέγγισης της εν λόγω οργάνωσης, από τουλάχιστον δύο υψηλόβαθμα στελέχη κυβερνώντος τότε κόμματος, με προτάσεις για επ’ αμοιβή δραστηριότητες που τελικά θα ενίσχυαν την εικόνα του «απόλυτου κακού».
Πρέπει να σημειωθεί ότι η κατάσταση αυτή, δεδομένων και συγκεκριμένων αντικειμενικών συνθηκών, εμμέσως λειτούργησε ενισχυτικά στο φαινόμενο του Καρατζαφερισμού. Αυτό βέβαια δεν είναι τυχαίο, ούτε οφείλεται απλώς και μόνο στην ιδεοληψία κάποιων political correct πολιτικών και δημοσιογράφων.
Η κατασκευή του αντίπαλου δέους έχει ιδιαίτερο ρόλο στην εξάπλωση κάθε ιδεολογίας. Ας θυμηθούμε ότι ο ναζισμός επιβλήθηκε ευκολότερα όταν ο Αδόλφος Χίτλερ κατέστησε τους Εβραίους τα μαύρα πρόβατα της γερμανικής κοινωνίας. Η λειτουργία αυτού του μοντέλου είναι πολλαπλή:
• Ως γνωστόν, δεν υπάρχει άσπρο χωρίς το μαύρο. Οι έννοιες καθορίζονται μέσω των αντιθέτων τους. Η ανθρώπινη σκέψη, από την φύση της, για να κατανοήσει τον κόσμο, χρειάζεται τις αντιθέσεις.
• Αφού σχηματιστεί η έννοια του απόλυτου Κακού, ώστε να οριστεί το Καλό (δηλ. ο εκσυγχρονισμός), στην πρώτη έννοια μπορεί να ενταχθεί οτιδήποτε δεν είναι αρεστό, μέσω της επικοινωνιακής διόγκωσης κάποιων _έστω και μικρών, χωρίς σημασία_ κοινών σημείων.
Παράλληλα με το φάντασμα της ακροδεξιάς, επινοείται η έννοια του «Ελληνάρα». Αυτή, εκτός από νεολογισμός, λειτουργεί εναλλακτικά στην έννοια του «ακροδεξιού». Αφορά κυρίως τον μέσο πολίτη που δεν είναι δημόσιο πρόσωπο ώστε να ενταχθεί κατ’ ευθείαν στην «ακροδεξιά». Η έννοια χρησιμοποιείται κατά κόρον, σε σημείο που πλάθεται ένας χαρακτήρας γκροτέσκο, με τη θεατρική έννοια του όρου, δηλαδή μία μονόπλευρη καρικατούρα που περιλαμβάνει μόνο όσα αρνητικά βλέπουν οι εκσυγχρονιστές στον σύγχρονο Έλληνα. Έτσι, ο Ελληνάρας μπορεί να προέρχεται από οποιαδήποτε κοινωνική τάξη, πολιτικό κόμμα, μορφωτικό επίπεδο, περιοχή της Ελλάδας ή επαγγελματική κατηγορία. Κατά τους εκσυγχρονιστές όμως, είναι ουσιαστικά αγράμματος και λαϊκός, φωνακλάς και φανατικός οπαδός της Εθνικής ποδοσφαίρου. Η αυτοπεποίθησή του δεν προέρχεται από τις ικανότητές του, αλλά από την καταγωγή του ή την κοινωνική θέση του. Λατρεύει την ελληνική σημαία, μισεί τους Αλβανούς μετανάστες και τους Τούρκους (επειδή στην πραγματικότητα είναι κρυπτο-ακροδεξιός ή κρυπτο-ρασοφόρος κατά τον τελευταίο νεολογισμό), δεν συμπαθεί τους Αμερικανούς επειδή είναι εθνικιστής, μπορεί να έλθει στα χέρια για μία θέση πάρκινγκ, του αρέσει να οδηγεί ακριβό αυτοκίνητο, είναι φαλλοκράτης και ίσως δέρνει την σύζυγο και τα παιδιά του. Είναι κακομαθημένος, όνειρό του είναι να εργαστεί στο δημόσιο, «λαδώνει» για να φέρει εις πέρας τις υποθέσεις του, ίσως και να λαδώνεται αφού του αρέσει το εύκολο χρήμα κ.λπ.
Φυσικά αυτή η φιγούρα δεν είναι θετική, και βέβαια ούτε άγνωστη στην ελληνική κοινωνία. Το αντίθετο μάλιστα. Πέρα όμως από τις περιπτώσεις της πραγματικής ακροδεξιάς ή αρνητικών συμπεριφορών, ο μέσος Έλληνες πολίτης έχει και πολλές θετικές πλευρές και, τηρουμένων των χρονικών αναλογιών, ορισμένες ομοιότητές του «Ελληνάρα» με την λαϊκή φιγούρα του Καραγκιόζη θα έπρεπε να έχουν «κτυπήσει το καμπανάκι» στους διαμορφωτές γνώμης των εκσυγχρονιστών, ιδίως μετά την αποδοκιμασία κατά τις τελευταίες εκλογές.
Έτσι, μεταξύ πολλών άλλων, ο γράφων έχει ακούσει από φανατικούς εκσυγχρονιστές να κατατάσσονται σε αυτή την αυθαιρέτως διευρυμένη έννοια της ακροδεξιάς μία μεγάλη σειρά από τις πιο διαφορετικές προσωπικότητες, ιστορικά πρόσωπα, θεσμοί κλπ, όπως το ΚΚΕ, ο Άρης Βελουχιώτης, ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο Κίμωνας Κουλούρης, ο Οτσαλάν, η Βούλα Δαμιανάκου, ο Κώστας Βάρναλης, η 17Ν, ο Πάνος Παναγιωτόπουλος, ο Κώστας Ζουράρις, ο Μίκης Θεοδωράκης, το Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού κ.λπ.
Στο στόχαστρο των εκσυγχρονιστών εν δυνάμει βρίσκεται ο,τιδήποτε το παραδοσιακό: από το άβατον του Αγίου Όρους μέχρι και το κοκορέτσι, το οποίο σε δημοσιεύματα έγινε το «εθνικό» μας κοκορέτσι ενώ ο υπουργός που αντέδρασε στην απαγόρευσή του από την Ευρωπαϊκή Ένωση, αποκαλείται ειρωνικά «πατριώτης» υπουργός (Το Βήμα, 3-8-97). Αλλά δεν είναι μόνο ο υπουργός και το κοκορέτσι. Όλα, εθνικά θέματα γίνονται τα «λεγόμενα εθνικά θέματα» ή, στην καλύτερη περίπτωση, με ειρωνική διάθεση μπαίνουν σε εισαγωγικά: «εθνικά» θέματα, λες δηλαδή και δεν υπάρχουν.
Υπό την δαμόκλειο σπάθη της κατάταξης σε αυτές τις δύο παραπάνω κατηγορίες, οι εκσυγχρονιστές προσπάθησαν να πείσουν τους Έλληνες πολίτες ότι το σοβαρότερο πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας είναι ο εθνικισμός, ο ρατσισμός και ο «ακροδεξιός κίνδυνος». Όμως δεν ασχολήθηκαν με το ίδιο πάθος με πολύ πιο επικίνδυνα φαινόμενα όπως η φτώχεια, ο εκφασισμός της κοινωνίας, η οργιώδης χρηματιστηριακή εγκληματικότητα, το σύννομο πλιάτσικο στο οποίο επιδίδονται χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί, εταιρείες κινητής τηλεφωνίας, φαρμακοβιομηχανίες κ.ά, γενικευμένα φαινόμενα διαφθοράς και δράσης συντεχνιών και άλλα παρακμιακά φαινόμενα.
Η μαθηματική θεωρία των συνόλων, ο εκσυγχρονισμός και η Αριστερά
Υιοθετώντας ένα σύστημα αξιών και ένα σύνολο πολιτικών θέσεων που επιφανειακά έμοιαζε και είχε πολλά κοινά στοιχεία με τα αντίστοιχα της Αριστεράς, ο εκσυγχρονισμός κατόρθωσε προσωρινά να ενδυθεί τη λεοντή του ανθρωπισμού και της ηθικής με αποτέλεσμα όχι μόνο να μεταλλάξει ένα τμήμα της αριστερής πτέρυγας της ελληνικής πολιτικής ζωής, αλλά και να το μεταβάλει σε ναυαρχίδα του. Το πώς το κατόρθωσε αυτό έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον παρατηρητή.
Φίλος επικοινωνιολόγος εξηγεί ότι πρόκειται για ένα κλασικό μοντέλο προπαγάνδας: Στην μαθηματική θεωρία των συνόλων, όλοι έχουμε διδαχθεί ότι τα σύνολα αποτελούνται από επί μέρους στοιχεία. Επίσης γνωρίζουμε την μαθηματική έννοια της «τομής συνόλων». Δηλαδή, όταν δύο διαφορετικά σύνολα έχουν στοιχεία που είναι κοινά, τότε λέμε ότι τα σύνολα τέμνονται και αυτά τα κοινά στοιχεία είναι η τομή τους.
Σε επίπεδο γνωσιολογίας, η τομή συνόλων είναι ίσως ο σημαντικότερος λόγος του εξαιρετικά διαδεδομένου φαινομένου της σύγχυσης των εννοιών. Δηλαδή, βλέποντας μόνο ένα στοιχείο, ο άνθρωπος συχνά αδυνατεί να αντιληφθεί σε ποιο σύνολο ανήκει, αφού το στοιχείο αυτό ανήκει σε περισσότερα σύνολα.
Έτσι (και εντελώς πρόχειρα και σχηματικά), θεωρούμε ότι το πρώτο σύνολο που καλούμε «αριστερό ιδεολογικό σύστημα» αποτελείται από συγκεκριμένα ιδεολογικά συστατικά, μεταξύ άλλων: «κυριαρχία της πολιτικής επί της οικονομίας, ισότητα των πολιτών, άμβλυνση των ταξικών ανισοτήτων, ανεξαρτησία και αντιιμπεριαλισμός, ανθρώπινα δικαιώματα, ποιότητα ζωής, αντιεθνικισμός, αντιρατσισμός, δικαιώματα των μειονοτήτων, διεθνισμός, ελληνοτουρκική φιλία, αντιπάθεια στους κρατικούς μηχανισμούς (σε ορισμένες περιπτώσεις) κ.λπ.».
Το δεύτερο σύνολο, που καλούμε «ιδεολογία του εκσυγχρονισμού» αποτελείται επίσης από συγκεκριμένα ιδεολογικά στοιχεία: «κυριαρχία της οικονομίας επί της πολιτικής, οικονομία της ελεύθερης αγοράς, ανοχή στις ταξικές διαφοροποιήσεις, αποδοχή της παρεμβατικότητας του διεθνούς παράγοντα, ανθρώπινα δικαιώματα, ποιότητα ζωής, αντιεθνικισμός, αντιρατσισμός, δικαιώματα των μειονοτήτων, κοσμοπολιτισμός, ελληνοτουρκική φιλία, λιγότερο κράτος κ.λπ.».
Και επειδή στην πράξη γενικώς τα σύνολα δεν λειτουργούν ως άθροισμα των επιμέρους στοιχείων τους, αλλά συχνότερα ως σύνθεση αυτών των στοιχείων ή και τα δύο μαζί, εύκολα μπορεί να αντιληφθεί κανείς, ότι σε επίπεδο πολιτικής πραγματικότητας τα απότοκα αυτών των συνόλων θα είναι αντιθετικά και θα παράγουν ένταση ή συγκρούσεις.
Επίσης εύκολα γίνεται αντιληπτό ότι, παρά τον αντιθετικό χαρακτήρα τους, τα δύο σύνολα τέμνονται. Η τομή τους αποτελείται από τα στοιχεία: «ανθρώπινα δικαιώματα, ποιότητα ζωής, αντιεθνικισμός, αντιρατσισμός, δικαιώματα των μειονοτήτων, διεθνισμός-κοσμοπολιτισμός (δεν είναι ίδια αλλά μοιάζουν), ελληνοτουρκική φιλία, αντιπάθεια στους κρατικούς μηχανισμούς (πρόκειται για το λιγότερο κράτος των νεοφιλελευθέρων) κλπ».
Όμως στην πράξη αυτά τα δύο σύνολα όχι μόνο δεν συγκρούστηκαν με την σφοδρότητα που θα περίμενε κανείς, αλλά, αντίθετα, αυτό που παρατηρήθηκε είναι η σύγχυσή τους.
Ο λόγος είναι ότι η τομή αυτών των συνόλων (ανθρώπινα δικαιώματα, ποιότητα ζωής, αντιεθνικισμός, αντιρατσισμός, δικαιώματα των μειονοτήτων, αντιπάθεια στους κρατικούς μηχανισμούς), έντεχνα προβαλλόμενη από τους επικοινωνιακούς μηχανισμούς των εκσυγχρονιστών, απετέλεσε την ιδεολογική γέφυρα προς τον κόσμο της ευρύτερης Αριστεράς, ο οποίος παραδόξως ήταν αυτός που τελικά στελέχωσε σε μεγαλύτερο βαθμό τις τάξεις τους. Η τομή αυτών των συνόλων, και ειδικά το ζήτημα των μειονοτήτων, των μεταναστών, ο αντιεθνικισμός και ο αντιρατσισμός, κατέλαβε την θέση του πρώτου συνόλου, δηλαδή του «αριστερού ιδεολογικού συστήματος». Οι ενδιαφερόμενοι, υιοθετώντας τα κοινά στοιχεία, πολλές φορές χωρίς να το επιδιώξουν ή να το συνειδητοποιήσουν, προσχώρησαν στο δεύτερο σύνολο.
Στην καλύτερη περίπτωση, οι ανυποψίαστοι πολίτες, δεδομένης και της δύναμης των επικοινωνιακών μηχανισμών, απλώς μπέρδεψαν τα δύο σύνολα και εξέλαβαν τον εκσυγχρονισμό ως την φυσική συνέχεια της Αριστεράς στην παγκοσμιοποιημένη κοινωνία. Στην χειρότερη, άλλοι πιο συνειδητοποιημένοι έκαναν τα στραβά μάτια, προσχώρησαν στον εκσυγχρονισμό χρησιμοποιώντας την τομή ως άλλοθι, ενώ σε μία τρίτη κατηγορία ανήκουν οι επαγγελματίες του είδους, δηλαδή όσοι εκίνησαν τα πολιτικά και επικοινωνιακά νήματα αυτής της απάτης ή επωφελήθηκαν από την κατάληψη της εξουσίας από τους εκσυγχρονιστές.
Σε κάθε περίπτωση όμως, η επικοινωνιακή χρήση αυτής της τομής έδωσε έναν «ανθρώπινο» τόνο στον εκσυγχρονισμό και απετέλεσε την Κερκόπορτα για την άλωση και μετάλλαξη μεγάλου τμήματος της Αριστεράς, το οποίο προσχώρησε σε ένα διαμετρικώς διαφορετικό πολιτικό σύνολο: αυτό των εκσυγχρονιστών και των οπαδών της παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας. Επίσης ήταν η μέθοδος για να ξεπεραστούν τα φυσικά εμπόδια που έθετε η, ουσιαστικά αριστερογενής, συλλογική συνείδηση των Ελλήνων στην ένταξή τους σε αυτό που στην πραγματικότητα εννοούν οι εκσυγχρονιστές, αλλά δεν το κατονομάζουν: το εγχείρημα της παγκοσμιοποίησης ή, αλλιώς, της Νέας Τάξης, που κατά την άποψη του γράφοντος δεν είναι παρά το πρόσχημα για την εξάπλωση του αμερικανικού εθνικισμού. Ανάλογες ιδεολογικές γέφυρες έχουν λειτουργήσει και προς το δεξιόστροφο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας, κυρίως μέσω της προβολής οικονομικίστικων επιχειρημάτων, όμως και εκεί συναντώνται αντιστάσεις κυρίως λόγω παραδοσιακού εθνοκεντρισμού ή και εθνικισμού.
Πάνος Πικραμένος