~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
.......................«Πολιτεία που δεν έχει σαν βάση της την παιδεία, είναι οικοδομή πάνω στην άμμο».

Αδαμάντιος Κοραής (1748 – 1833)

γιατρός και φιλόλογος, από τους πρωτεργάτες του νεοελληνικού διαφωτισμού.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

..."Σκέφτομαι πως αυτά τα τρία συστατικά πρέπει νά 'χει η ζωή: το μεγάλο, το ωραίο και το συγκλονιστικό. Το μεγάλο είναι να βρίσκεσαι μέσα στην πάλη για μια καλύτερη ζωή. Όποιος δεν το κάνει αυτό, σέρνεται πίσω απ' τη ζωή. Το ωραίο είναι κάθε τι που στολίζει τη ζωή. Η μουσική, τα λουλούδια, η ποίηση. Το συγκλονιστικό είναι η αγάπη... Νίκος Μπελογιάννης

ΥΦΟΣ

ΥΦΟΣ
ΥΦΟΣ Γράμματα, τέχνες, βιβλίο, πολιτισμός

Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2016

Μυρσίνη Ζορμπά, "Το πολιτικό πορτρέτο της Ελλάδας" - "Κρίση και η αποδόμηση του πολιτικού"


ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ 


"Κρίση και η αποδόμηση του πολιτικού"
Ν. Γ. Γεωργαράκης, Ν. Δεμερτζής (επιμ.)
ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ –
Gutenberg, 2015






Ο τόμος του ΕΚΚΕ σε επιμέλεια Ν. Γεωργαράκη και Ν. Δεμερτζή συγκεντρώνει αναλύσεις 34 συγγραφέων, συνθέτοντας ένα σημαντικό σημείο αναφοράς για την περίοδο της κρίσης από το 2009 έως τον Ιανουάριο του 2015 (εκλογές). Εξαιτίας των πυκνών και καταιγιστικών γεγονότων, των ανατροπών και της καθημερινής έντασης στην ειδησεογραφία, η περίοδος αυτή κινδυνεύει –όσο απομακρύνεται ως παρελθόν– να νεφελοποιείται και να απλοποιείται μανιχαϊστικά σε στερεότυπα σχήματα, προσαρμοσμένα στις μετέπειτα πιο πρόσφατες εξελίξεις και τις εκάστοτε επίκαιρες πολιτικές ερμηνείες της συγκυρίας. Γι αυτό και ο τόμος αποτελεί στέρεο σημείο αναφοράς με τις αναλύσεις και την πολυφωνία του προβληματισμού των συγγραφέων του, καθώς διαθέτει οργανωμένα στα κεφάλαιά του τα μεγάλα διακυβεύματα αυτής της πενταετίας, εκκινώντας από την αποδόμηση και τις μεταμορφώσεις του πολιτικού, τα κόμματα, τις εκλογικές αναμετρήσεις και την κοινωνία πολιτών και φτάνοντας στους μετασχηματισμούς της δημόσιας πολιτικής μέσα από την ανάλυση της οικονομικής κρίσης, των ΜΜΕ και των θεσμών. 

Τα κοινωνιολογικά εργαλεία που χρησιμοποιούν οι ερευνητές προκειμένου να εξετάσουν στο φως της συνέχειας βήμα προς βήμα τα δεδομένα, τις τομές, τις αντιφάσεις και τις ανατροπές, φέρνουν στο φως το πολυμορφικό πορτρέτο της χώρας κατά την κρίσιμη αυτή περίοδο αλλά και ένα πλούσιο ρεπερτόριο που αφορά την προ κρίσης περίοδο. Οι ερευνητές του ΕΚΚΕ και οι άλλοι επιστήμονες που συνεργάστηκαν σ’ αυτή την προσπάθεια αποτύπωσης, ανάλυσης και αναστοχασμού, αποφεύγουν οι περισσότεροι σε σημαντικό βαθμό τις εύκολες, κοινώς αποδεκτές εποχιακές ερμηνείες και σκάβουν βαθύτερα, αναζητώντας δομικές απαντήσεις. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο αναγνώστης νιώθει να κερδίζει από τη δουλειά που έχει προηγηθεί στο περιβάλλον του ερευνητικού κέντρου από μελετητές που παρακολουθούν συστηματικά και επεξεργάζονται τα δεδομένα αλλά και τη διεθνή σκηνή, συγκροτώντας έναν πυρήνα ανάλυσης με αξιώσεις, που εμπεριέχει όχι μόνο διαπιστώσεις αλλά και εργαλεία παρέμβασης. 
Το πορτρέτο που προκύπτει για τη χώρα αποτυπώνει, έτσι, όχι μόνο το τι συνέβη, τι έγινε λάθος και τις αιτίες τους αλλά, ορισμένες φορές, και το τι θα πρέπει να γίνει, τις αναδιαρθρώσεις, τις δημόσιες πολιτικές και την αλλαγή πορείας για να υπάρξει πρόοδος σε επίπεδο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό. Οι διαψεύσεις, οι αναντιστοιχίες και οι ασυνέπειες που περιγράφονται λειτουργούν και ως εργαλεία με τα οποία δεν ανασκάπτεται μόνο το παρελθόν αλλά με τα οποία μπορούν να καλλιεργηθούν κατάλληλα οι απαντήσεις και τα σχέδια για τις ανάγκες του μέλλοντος και, σίγουρα, μια νέα μεθοδολογία προσέγγισης, πιο αυστηρή και πιο συνεπής, προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα ακανθώδη προβλήματα που βιώνουμε. 
Από την πληθώρα των θεμάτων του τόμου, θα επιλέξω αναγκαστικά να σχολιάσω εδώ ελάχιστα μόνο ζητήματα που βρήκα πιο προκλητικά και κρίσιμα, θεωρώντας ότι η συζήτηση θα πρέπει να συνεχιστεί γύρω από όλα αυτά και με άλλους τρόπους.
Οι μεταμορφώσεις του πολιτικού, που αφορούν τις βασικές κατευθύνσεις στις πολιτικές συμπεριφορές, την τοποθέτηση στην αριστερά ή τη δεξιά, την πολιτική συμμετοχή και τη διαμαρτυρία στο πρώτο μέρος του τόμου μας προσφέρει μια πρώτη συνολική εικόνα των βαθύτερων αναταράξεων του πολιτικού πεδίου. Τα κόμματα και οι εκλογικές αναμετρήσεις, που αφορούν την ιδιαίτερη ανάλυση των μεταβολών του πολιτικού συστήματος, την ανανέωση των βουλευτών, τη χρηματοδότηση των κομμάτων, την άνοδο της Χρυσής Αυγής και την κουλτούρα της βίας, συμπληρώνουν τις λεπτομέρειες της παραπάνω εικόνας. Σε συνέχεια, η ανάλυση της κοινωνίας πολιτών στην εποχή της κρίσης, που αφορά την έκφραση και την κινητικότητα των μη κυβερνητικών οργανώσεων, τα συνδικάτα και τα κινήματα, συμπυκνώνει ίσως περισσότερο απ’ όλα τα παραπάνω τον τρόπο με τον οποίο λειτούργησαν οι δρώντες στο δημόσιο χώρο ως συλλογικότητες. Ιδιαίτερα η ανάλυση του Αλέξανδρου Αφουξενίδη, καθώς μάλιστα βασίζεται σε μια πολύχρονη έρευνα καταγραφής, δείχνει ανάγλυφα τις συνισταμένες, τις τάσεις, τις κατηγοριοποιήσεις και τα επίπεδα στα οποία λειτούργησαν οι οργανισμοί που γεννήθηκαν στους κόλπους της κοινωνίας πολιτών. 
Οι πίνακες με τις κατηγοριοποιήσεις των ελληνικών και ξένων ΜΚΟ, ο θεματικός τους προσανατολισμός, η γεωγραφική κατανομή αλλά και οι αντίστοιχοι των φορέων της ευρύτερης κοινωνίας των πολιτών είναι πολύ διαφωτιστικοί για να αντιληφθεί κάποιος το εύρος των προβλημάτων στα οποία αποπειράθηκε να απαντήσει με το δικό της ιδιαίτερο τρόπο η κοινωνία πολιτών. Κάτι το οποίο αποτέλεσε πρόκληση για την ίδια, καθώς μαζί με τα προβλήματα και την ανταπόκριση σ’ αυτά αναπτύχθηκαν και διαμορφώθηκαν νέου τύπου κοινωνικές παρεμβάσεις, στις οποίες προσανατολίστηκε ένας μεγάλος αριθμός πολιτών μέσα από συλλογικές πρωτοβουλίες και οργανώσεις του τρίτου τομέα. Σωστά, ωστόσο, ο συγγραφέας επισημαίνει ότι «η δυναμική των φορέων αυτών να λειτουργήσουν ως οργανώσεις συνδιαμόρφωσης πολιτικών ακυρώθηκε με αποτέλεσμα να μετατραπούν σταδιακά σε διαμεσολαβητές υλοποίησης εθνικών ή ευρωπαϊκών κοινοτικών προγραμμάτων». Αυτή η διαπίστωση έχει ιδιαίτερη σημασία και αξίζει να συζητηθεί σε κάποια άλλη ευκαιρία πιο διεξοδικά. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, διαμορφώθηκε μια νέα ραχοκοκαλιά στους κόλπους της κοινωνίας πολιτών, η οποία προώθησε στις συνθήκες κρίσης τις πρακτικές κοινωνικής αλληλεγγύης, την ανθρωπιστική βοήθεια, την προσφορά εθελοντικής εργασίας, και άνοιξε τον κοινωνικό ορίζοντα στη συμμετοχή νέων φοιτητών και επιστημόνων. Θα πρόσθετα μάλιστα, στο σημείο αυτό, ότι οι εξελίξεις του 2016 δίνουν στη συνέχεια νέα στοιχεία και περιεχόμενο σε αυτή την κατεύθυνση και αξίζει να αναλυθούν ιδιαίτερα οι τρόποι συνεργασίας των ελληνικών και ξένων ΜΚΟ στο πεδίο του προσφυγικού, η σχέση τους με την κεντρική κυβέρνηση, με οργανισμούς ομπρέλες που δρουν σε παγκόσμιο επίπεδο και με την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ, καθώς και οι αποφάσεις και χρηματοδοτήσεις της ΕΕ. 
Όλο αυτό το πλέγμα δεν έχει μόνο ενδιαφέρον από άποψη καταγραφής και κοινωνιολογικής ανάλυσης ή για τις επιπτώσεις του στο εθελοντικό κίνημα που μετατρέπεται σταδιακά σε επαγγελματική απασχόληση αλλά και από την άποψη της διαμόρφωσης ταυτοτήτων και πολιτισμικών αναπαραστάσεων για τη νέα, κυρίως, γενιά. Από αυτή την άποψη το παραπάνω άρθρο είναι χρήσιμο να διαβαστεί σε συνδυασμό με εκείνο των Κάρολου Ιωσήφ Καβουλάκου και Γιώργου Γριτζά, με τίτλο «Κινήματα κι εναλλακτικοί χώροι στην Ελλάδα της κρίσης. Μια νέα κοινωνία πολιτών». Σε αυτό, οι δύο συγγραφείς αναλύουν τους εναλλακτικούς πολιτικούς και οικονομικούς χώρους με το βλέμμα στραμμένο στα ζητήματα δημόσιου διαλόγου, δημοκρατίας, κοινωνικής ανισότητας, συμμετοχικών διαδικασιών και αμοιβαιότητας. Επισημαίνουν τα γεγονότα κοινωνικής διαμαρτυρίας, τις συγκρούσεις, τα κινήματα των πλατειών και τα εν γένει κοινωνικά εγχειρήματα, όπως τράπεζες χρόνου, κοινωνικά ιατρεία, παντοπωλεία, κ.λπ., υπογραμμίζοντας τις διαφορές τους από τις άλλες μορφές της κοινωνίας πολιτών, όπως οι ΜΚΟ και τα ιδρύματα. Μας οδηγούν στο κομβικό πεδίο που οφείλουμε να εξετάσουμε, δηλαδή στη σύνδεση των τριών αυτών πλεγμάτων της κοινωνίας πολιτών που είναι οι ΜΚΟ, τα κινήματα και τα ιδρύματα, στο βαθμό που επιχειρούν καθένα με το δικό τρόπο και στόχους μια κοινωνική παρέμβαση εκ παραλλήλου, στη σκιά του ή σε συνεργασία με το κράτος. Ο βαθμός αποτελεσματικότητας, το κόστος-όφελος, το πλαίσιο λειτουργίας αυτής της «συναρμογής», της οποίας η παρουσία εντάθηκε στην εποχή της κρίσης, είναι σημαντικά τόσο για την κοινωνία των πολιτών ως τέτοια, όσο και για το ίδιο το κράτος. Πολύ περισσότερο, ωστόσο, θα πρέπει να δούμε με προσοχή τις πολιτισμικές αναπαραστάσεις που αυτό παράγει και θέτει σε κίνηση, γιατί αυτές θα αποτελέσουν τον οδηγό για το μέλλον της κοινωνίας μας και για το πώς αντιλαμβανόμαστε τους εαυτούς μας και τους Άλλους.
Οι μετασχηματισμοί των δημόσιων πολιτικών που περιλαμβάνονται στο δεύτερο μέρος του τόμου, αφορούν καταρχάς τις διαρθρωτικές αλλαγές και τη δημόσια διοίκηση με το βλέμμα στο παρελθόν σαν πεδίο αναποτελεσματικών μεταρρυθμιστικών προσπαθειών και την κρίση μέσω των μνημονίων σαν δέσμευση απορρέουσα από τις δανειακές συμβάσεις. Η υπογράμμιση, ωστόσο, του συγγραφέα Ν. Τσέκου ότι «οι αναφορές στα ευρύτερα θέματα της δομικής διοικητικής μεταρρύθμισης είναι περιορισμένες» υποδηλώνει τον περιορισμό και τη ρηχότητα των αλλαγών προς μια εργαλειακή περισσότερο, και λιγότερο μια διαρθρωτική κατεύθυνση. Το κείμενο που ακολουθεί, σχετικά με την οικονομική κρίση και το κράτος πρόνοιας, του Σάββα Ρομπόλη αποτελεί, με τον ευρύ προβληματισμό και τη στοχευμένη επιχειρηματολογία του, ένα κεφάλαιο-κλειδί στον τόμο. Εκκινώντας από την κρίση της πραγματικής οικονομίας που αγγίζει τα θέματα της παραγωγής, της απασχόλησης και του εισοδήματος της μισθωτής εργασίας στέκεται απέναντι στο μεγάλο ζήτημα της ανάπτυξης, διατυπώνοντάς το ως εξής: «Η εναλλακτική στρατηγική ανασυγκρότησης της οικονομίας αλληλοτροφοδοτεί την ανάπτυξη με την απασχόληση και την ανασύσταση του κράτους πρόνοιας καθώς και την αποκλιμάκωση του χρέους». 
Ο συγγραφέας, στραμμένος στον ευρωπαϊκό ορίζοντα, αντιμετωπίζει το πλέγμα αυτών των προβλημάτων μέσα στο πλαίσιο των πολιτικών αποφάσεων της ΕΕ θεωρώντας ότι «η επίτευξη του στόχου της βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου και της ενίσχυσης του κοινωνικού κράτους στα κράτη-μέλη προϋποθέτει την επανεξέταση των προτεραιοτήτων και τη διατύπωση νέων επιλογών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, της οικονομικής και της κοινωνικής πολιτικής». Το νέο χάρτη διεύρυνσης των γεωγραφικών ανισοτήτων εξετάζει το κείμενο του Γιάννη Ψυχάρη, με μια σειρά γραφημάτων που δείχνουν ανάγλυφα τις δυσμενείς μεταβολές στις περιφερειακές ανισότητες. Δύο εκτενή κείμενα αφιερώνονται στο φλέγον θέμα της μετανάστευσης. Ο Νίκος Γεωργαράκης αναλύει την πολιτική για τη μετανάστευση και οι Χριστίνα Βαρουξή και Χαρά Στρατουδάκη την ένταξη των μεταναστών. Καθώς τον τελευταίο χρόνο η χιονοστιβάδα των προβλημάτων που προέκυψαν στο πεδίο αυτό υπήρξε καταιγιστική, τα δύο κείμενα αποτελούν μιας πρώτης τάξεως εισαγωγή σε ένα θέμα που εξελίσσεται κάτω από τα μάτια μας με μεγάλη πυκνότητα, ταχύτητα και απρόβλεπτες διαστάσεις. Οι παρατηρήσεις των συγγραφέων δείχνουν πόσο αναγκαία και κρίσιμη αποδεικνύεται η μεταναστευτική πολιτική ως μια πολιτική που πρέπει να συνδέεται και να διατρέχει με τις προτεραιότητές της πολλές από τις άλλες δημόσιες πολιτικές, όπως η προνοιακή, η εκπαιδευτική, η πολιτισμική. Τέλος, μια σειρά πολύ ενδιαφερόντων άρθρων για το επικοινωνιακό σύστημα, τις ειδήσεις της κρίσης, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, το διαδικτυακό ραδιόφωνο ρίχνουν φως στο θέμα που επίσης θα έβλεπε σημαντική εξέλιξη μέσα στο 2016. Ισχύει κι εδώ ό,τι σχολιάσαμε παραπάνω, δηλαδή ότι τα κείμενα αυτά είναι θεμελιώδη για να διαβάσει κάποιος με μεγαλύτερη ευκρίνεια και να κατανοήσει τις σημερινές εξελίξεις και, φοβάμαι, και τις αυριανές. 

Να σημειώσω ακόμη ότι η πλούσια βιβλιογραφία που ακολουθεί κάθε κείμενο του τόμου είναι εξαιρετικά χρήσιμη, καθώς συγκεντρώνει τις κυριότερες πηγές στις οποίες μπορεί κάποιος να ανατρέξει προκειμένου να επεκτείνει τη γνώση του σε μια συγκεκριμένη θεματική. 

___________
ΥΓ. Η μελέτη αυτού του τόμου κράτησε αρκετούς μήνες, καθώς δεν ταίριαζε στο γνωστό ταχύ ρυθμό της φιλαναγνωστικής περιέργειας αλλά απαιτούσε την παρεμβολή μεγάλων χρονικών παύσεων για σκέψη και, ορισμένες φορές, αναθεώρηση προσωπικών απόψεων. Παράλληλα, στο ίδιο αυτό διάστημα διάβαζα την Αθηναίων Πολιτεία του Αριστοτέλη, επιτρέποντας στον εαυτό μου να διασταυρώνει προβληματισμούς που ανέκυπταν από τα δύο βιβλία. Η πολιτική οπτική που προέκυψε μέσα από τα δύο διασταυρούμενα κείμενα υπήρξε για μένα ανακουφιστική και, όσο κι αν φανεί παράδοξο, αισιόδοξη, καθώς οι δρώντες αναδεικνύονταν σταθερά ζωντανοί και αξιόμαχοι ακόμη και μέσα στο περιβάλλον των οξύτερων κρίσεων, υποκείμενα του καλού και του κακού μαζί, αντίπαλοι έτοιμοι να επιχειρηματολογήσουν και παλέψουν για τις ιδέες τους. Οι κρίσεις δεν σήμαιναν το τέλος του κόσμου αλλά κήρυσσαν τον πόλεμο της διεκδίκησης και του ελέγχου της εξουσίας, της συμμετοχής και της δημοκρατικής πεποίθησης, μια αναδιαπραγμάτευση που απαιτεί αντοχές, επιμονή και επινοητικότητα. Εκεί νιώθω ότι βρισκόμαστε και σήμερα.



(*) Η Μυρσίνη Ζορµπά είναι διδάκτωρ πολιτικών επιστηµών και ερευνήτρια πολιτισµικής πολιτικής. Σπούδασε νοµικά στο Πανεπιστήµιο Αθηνών και στο µεταπτυχιακό τµήµα Φιλοσοφίας του Δικαίου στο Πανεπιστήµιο της Ρώµης. Υπήρξε µέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (2000-2004). Διετέλεσε διευθύντρια του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (1995-1999). Υπήρξε συνεκδότρια του εκδοτικού οίκου Οδυσσέας, του οποίου την εκδοτική παραγωγή διηύθυνε επί δύο δεκαετίες, ενώ επιµελήθηκε και µετέφρασε πολυάριθµα βιβλία. Διετέλεσε διευθύντρια του Βιοµηχανικού Μουσείου Σύρου. Δίδαξε στο µεταπτυχιακό τµήµα Διοίκησης Πολιτιστικών Μονάδων του Ε.Α.Π. Έχει γράψει µονογραφίες, άρθρα και βιβλία, µεταξύ των οποίων:Πολιτική του Πολιτισμού. Ευρώπη & Ελλάδα στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα (Πατάκης, 2014), «La politique culturelle de la Grèce», στο Ph. Poirrier (επιµ.), Pour une histoire des politiques culturelles dans le monde 1945-2011 (La documentation Française, 2011), «Ηγεµονία και µετα-ηγεµονία στις πολιτισµικές σπουδές», στο Γ. Βούλγαρης (επιµ.),Στα µονοπάτια του Αντόνιο Γκράµσι – Πολιτική και πολιτισµός από το έθνος-κράτος στην παγκοσµιοποίηση (Θεµέλιο, 2010), «Conceptualizing Greek Cultural Policy»,International Journal of Cultural Policy (2009), «Η Μελίνα Μερκούρη και η πολιτισµική πολιτική» και «Πολιτιστικές Πρωτεύουσες της Ευρώπης», στο Β. Βαµβακάς και Π. Παναγιωτόπουλος (επιµ.), Λεξικό της δεκαετίας του ’80 (το Πέρασµα, 2010), «Ανδρέας Παπανδρέου. Πολιτιστικό πορτρέτο», στο Β. Παναγιωτόπουλος (επιµ.), Ο Ανδρέας Παπανδρέου και η εποχή του (Ελληνικά Γράµµατα, 2009), «Le Livre en Grèce après la Deuxième Guerre Mondiale», Dictionnaire encyclopédique dulivre et de l’édition (Electre, Paris 2005), Από τα Εξάρχεια στις Βρυξέλλες (Οδυσσέας, 2004), Η κρατική πολιτική βιβλίου στην Ελλάδα (Οδυσσέας, 1995).

______

Πέμπτη, 7 Απριλίου 2016

Θέσεις - τριμηνιαία επιθεώρηση - Αναλύσεις, Κριτική, Ζητήματα της πάλης των τάξεων

Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις νήσος το τεύχος 132 (Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2015) της τριμηνιαίας επιθεώρησης οικονομικής και πολιτικής θεωρίας Θέσεις (http://www.theseis.com/). Σ’ αυτό το τεύχος των Θέσεων η Συντακτική Επιτροπή (Πληβείοι εναντίον πατρικίων-http://www.theseis.com/index.php…) αναλύει τη νέα συγκυρία που διαμορφώθηκε από την επάνοδο των λαϊκών μαζών στο προσκήνιο και την πανηγυρική απόρριψη με 61,3% στο Δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου των προτάσεων των δανειστών, που απαιτούσαν τη συνέχιση των πολιτικών υπέρ του κεφαλαίου και της ελληνικής ολιγαρχίας.
Ακολουθεί το άρθρο του Κ. Αναστασίου, No direction home. Η επαγγελία του αδύνατου «ήπιου νεοφιλελευθερισμού», το οποίο εξετάζει κριτικά την πολιτική στρατηγική της ελληνικής κυβέρνησης κατά τους πέντε πρώτους μήνες στην εξουσία. Στη συνέχεια, ο Γιάννης Μηλιός, με το άρθρο του Θέσεις για την κρίση και τη λιτότητα, σκιαγραφεί το χαρακτήρα της εντεινόμενης ταξικής σύγκρουσης σε Ελλάδα και Ευρώπη και διερευνά τους όρους υπό τους οποίους ο ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να αμφισβητήσει το νεοφιλελεύθερο πλαίσιο.
Στα δύο επόμενα άρθρα, ο Οδυσσέας Αϊβαλής μελετά τις επισφαλείς μορφές εργασίας ως τεχνική εξουσίας, ενώ ο Βασίλης Δρουκόπουλος, (Πάμε, αλήθεια, 800 χρόνια πίσω;) εξετάζει την απαίτηση για υπαγωγή όλων των κοινών και δημόσιων αγαθών στο ιδιωτικό κεφάλαιο, εκκινώντας την ανάλυσή του από το πλαίσιο που πριν από οκτώ αιώνες έθετε η Magna Carta.
Ακολούθως δημοσιεύονται οι μελέτες του Γιάννη Μαραμαθά, Η μέθοδος της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας: Η διαδρομή του Μαρξ από τα Χειρόγραφα του 1844 στο Κεφάλαιο, του Σπύρου Σακελλαρόπουλου, Ο ακήρυκτος ελληνοκυπριακός εμφύλιος (1944-49) και του Δημήτρη Αρκάδα, «Το κατά αντικομμουνιστήν Ευαγγέλιον»: Δυνάμεις του εμφυλίου πολέμου στην πολιτικο-θρησκευτική ιδεολογία της ελληνικής εκκλησιαστικής διοίκησης.
Η ύλη του τεύχους ολοκληρώνεται με το άρθρο του Γιώργου Καλαμπόκα, Προς μια νέα πρακτική της πολιτικής, στο οποίο γίνεται εκτενής παρουσίαση και σχολιασμός του βιβλίου του Étienne Balibar, Κράτος, μάζες, πολιτική.


Σάββατο, 12 Μαρτίου 2016

Mirrors: «Η υπερεξουσία της οικονομίας»

   Βιβλίο    


Στην αρχή του 2016, ένα σημαντικό εκδοτικό εγχείρημα συντελέστηκε στη χώρα μας. Η τρίτομη συλλογή επιστημονικής και καλλιτεχνικής κατάθεσης, με τίτλο «Mirrors» (εκδόσεις Αλεξάνδρεια). Ήταν το αποτέλεσμα μιας μεγάλης κοινωνιολογικής μελέτης, άτυπης σύμπραξης Γερμανίας-Ελλάδας, που έδωσε φωνή και μελέτησε διεξοδικά τα θύματα της κρίσης που προήλθαν από την μετεξέλιξη των καπιταλιστικών κοινωνιών. Ερευνητικό δίδυμο, ο καθηγητής του ελβετικού πανεπιστημίου του Σεν Γκαλέν, Φραντς Σουλτχάις και ο καθηγητής Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, Νίκος Παναγιωτόπουλος.
Του Νίκου Κουρμουλή*
Στην αρχή του 2016, ένα σημαντικό εκδοτικό εγχείρημα συντελέστηκε στη χώρα μας. Η τρίτομη συλλογή επιστημονικής και καλλιτεχνικής κατάθεσης, με τίτλο «Mirrors» (εκδόσεις Αλεξάνδρεια). Ήταν το αποτέλεσμα μιας μεγάλης κοινωνιολογικής μελέτης, άτυπης σύμπραξης Γερμανίας-Ελλάδας, που έδωσε φωνή και μελέτησε διεξοδικά τα θύματα της κρίσης που προήλθαν από την μετεξέλιξη των καπιταλιστικών κοινωνιών. Ερευνητικό δίδυμο, ο καθηγητής του ελβετικού πανεπιστημίου του Σεν Γκαλέν, Φραντς Σουλτχάις και ο καθηγητής Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, Νίκος Παναγιωτόπουλος. Διόλου τυχαίο αμφότεροι μαθήτευσαν στον Πιερ Μπουρντιέ και μ’έναν τρόπο συνεχίζουν το έργο του επιδραστικού κοινωνιολόγου.



Πριν από μια δεκαετία περίπου ο Σουλτχάις μαζί με την ομάδα του, πραγματοποίησε εκατοντάδες συνεντεύξεις Γερμανών πολιτών διαφόρων επαγγελμάτων, τάξεων και κοινωνικών προσλήψεων. Όλοι τους είχαν επηρεαστεί από την περιβόητη «Ατζέντα 2010». Ήταν η στροφή του καγκελάριου Γκέρχαρντ Σρέντερ προς τον οικονομικό φιλελευθερισμό, που στην πλήρη ανάπτυξη του ονομάστηκε «οικονομικό θαύμα» της Γερμανίας. Ο καθηγητής προσπάθησε να επιχειρηματολογήσει ενάντια στο «θαύμα» που φτωχοποίησε ένα κομμάτι της κοινωνίας. Στις αρχές της κρίσης, ο καθηγητής Νίκος Παναγιωτόπουλος πραγματοποίησε κάτι αντίστοιχο στην ελληνική πραγματικότητα. Τα διαφωτιστικά και εξόχως αποκαλυπτικά αποτελέσματα μπορείτε να τα διαβάσετε στο βιβλίο του, «Η οικονομία της αθλιότητας». Το αντίστοιχο γερμανικό κομμάτι ονομάζεται «Η αθλιότητα της οικονομίας» και αποτελεί μια περίληψη 400 περίπου σελίδων της ξένης έκδοσης. Αμφότεροι οι επιστήμονες κατάφεραν τα κείμενα τους να αποκτήσουν λογοτεχνική διάσταση. Να μην κλειστούν στο αυστηρό πλαίσιο της έρευνας και γι αυτό το λόγο το τρίτο βιβλίο της συλλογής προέρχεται από την γλύπτρια Βένια Δημητρακοπούλου. Της ζητήθηκε να αποδώσει μέσω της αναπαράστασης, την δική της εμπειρία από την ανάγνωση των συνεντεύξεων. Το αποτέλεσμα τιτλοφορείται «Διάλογοι/Dialoques» και περιέχει την εγκατάσταση «Mirrors». Ένας διπλός καθρέφτης της κοινωνίας που ζούμε, σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.    

     
 
Συνέντευξη του Νίκου Κουρμουλή με τον καθηγητή Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, Νίκο Παναγιωτόπουλο (αντιπρόεδρο του ιδρύματος Μπουρντιέ)
 
Εκείνο που χάνεις είναι πιο σημαντικό από αυτό που κρατάς, έλεγε ο Σόμερσετ Μομ. Όσο ο υφεσιακός κύκλος συνεχίζει να σφίγγει, η οικονομία της αθλιότητας είναι η κάτοψη ενός πολυεστιακού λάθους, ένας εμμονικός σχεδιασμός ή κάτι πιο βαθύ; Σίγουρα το "σημαντικό" του Μομ, δεν είναι αποκλειστικά ποσοτικό. Τι άλλο είναι;
 
Ένα από τα πιο χρήσιμα φιλοσοφικά εργαλεία μου, ο Πασκάλ, έλεγε πως περιπου είναι τρομερό να νιώθεις ότι διαρρέει ό,τι βρίσκεται στην κατοχή σου. Και είναι έτσι. Στην ανελέητη τάξη πραγμάτων που δημιουργεί αυτή η γενικευμένη ‘διαρροή’ που διέπει τον σημερινό κοινωνικό κόσμο και περισσότερο τον κόσμο των περισσότερο στερημένων, η απόλυτη συμμόρφωση στην τάξη γίνεται πάνω και από αυτονόητη. Για μένα αυτό το κοινωνικό γεγονός είναι τεράστιας σημασίας. Αυτό το μείζον ανθρωπολογικό γεγονός της εποχής μας, η αδυναμία των ανθρώπων να ονειρεύονται. Η έρευνα μας αυτή επιβεβαίωσε αλλά και ανέλυσε καλύτερα κάτι που είχα διαπιστώσει στο προηγούμενο βιβλίο μου, στο «Η βία της ανεργίας», πως σε περιβάλλοντα όπου περισσεύει μόνο η έλλειψη εξασφάλισης, η απόλυτη συμμόρφωση στην τάξη αντιμετωπίζεται ως θεμελιώδης τρόπος να  υπάρξει μια δυνατότητα διαφύλαξης της ελάχιστης δυνατής ασφάλειας. Τίθεται με άλλα λόγια το τεράστιο θέμα, φιλοσοφικό, κοινωνιολογικό, πολιτικό, της αυτονομίας των κοινωνικών υπάρξεων.
 
Προ δεκαετίας ο συνεργάτης σαςς Φραντς Σουλτχάις πραγματοποίησε δεκάδες συνεντεύξεις με Γερμανούς πολίτες διάφορων ηλικιών, επαγγελμάτων, κοινωνικών τάξεων, για να καταδείξει τις μαύρες τρύπες του οικονομικού φιλελευθερισμού στην πράξη. Εσείς ξεκινήσατε κάτι ανάλογο το 2010, όπου καταγράψατε πλήθος μαρτυριών. Με ποια κριτήρια διαλέξατε τα πρόσωπα; Ποιο ήταν το ερωτηματολόγιο; Τι προβλήματα συναντήσατε;
 
Για να απαντήσω σε όλα αυτά τα κρίσιμα θα έπρεπε να υπεισέλθω σε λεπτομέρειες σχετικά με την ίδια τη μέθοδο που χρησιμοποιήσαμε , την κοινωνιοανάλυση. Ωστόσο για να απαντήσω έστω και συνοπτικά θα έλεγα πως στόχος της μεθόδου αυτής είναι η σώρευση των αποτελεσμάτων μιας αναστοχαστικότητας πάνω στα εργαλεία και τα κεκτημένα τόσο της αντικειμενικής ή αντικειμενιστικής γνώσης, που παράγει η ποσοτική ή η δομική ανάλυση, όσο και σε αυτά της αναλυτικής, κλινικού τύπου, πόζας που εστιάζει την προσοχή της στην ενικότητα της ιδιαίτερης περίπτωσης
 
 
Τι είναι η κοινωνιοανάλυση;
 
Η μέθοδος της κοινωνιοανάλυσης παρουσιάζει αναλογίες με την ψυχανάλυση, καθώς βασίζεται σε μια εκτεταμένη, ενίοτε επαναλαμβανόμενη, ακρόαση ενός ενικού ατόμου, ακρόαση η οποία στοχεύει να διευκολύνει την έκφραση βαθιών διαθέσεων και συγκρούσεων που συνδέονται με αντικειμενικές καταστάσεις και αντιφάσεις. Η κοινωνιοανάλυση, αποτελεί μια μέθοδο η οποία επιβάλλεται σε όλες αυτές τις ερευνητικές περιπτώσεις που δεν μπορούν να προσεγγιστούν με τις διαθέσιμες μεθόδους, οι οποίες, ωστόσο, παραμένουν έγκυρες για όλες τις άλλες περιπτώσεις. Συνοπτικά θα μπορουσα να πω πως δίνοντας το λόγο στα κοινωνικα υποκείμενα επιχειρούμε να εντοπίσουμε τις αντικειμενικές συνθήκες που τους προσδιορίζουν και να συλλάβουμε όχι μόνο τον τρόπο με τον οποίο το καθημερινό βίωμα κινητοποιεί τα αισθήματα και τις παραστάσεις αλλά και τον τρόπο με τον οποίο τα υποκείμενα αυτά, μέσα από την αναζήτηση νοήματος, προσπαθούν να εξορθολογικεύσουν και να επεξεργαστούν τα βιώματά τους. Η κοινωνιοανάλυση ενεργοποιεί μια κλινική ανθρωπολογία και μια διαγνωστική, με την έννοια του Foucault, προσέγγιση, δηλαδή μια μορφή γνώσης που αποσκοπεί στον ορισμό και τον προσδιορισμό αντικειμενικών διαφορών.
 
Οι αφηγήσεις των ανθρώπων ύστερα από την επεξεργασία σας, δεν πέφτουν σε στείρους ψυχολογισμούς. Διατηρούν την προφορική τους διάσταση, αλλά μ'έναν τρόπο μετατρέπονται σε λογοτεχνία. Μια απτή λογοτεχνία που είναι de facto αληθινή. Πείτε μας περισσότερα γι αυτό.
 
Σωστα το επισημαίνετε. Κατ’αρχας το πρωτο που σημειώνεται συνδεεται με ότι σας ειπα  μόλις τωρα. Το επεκτεινω λίγο. Η κοινωνιανάλυση επιχειρεί να καταστήσει  σαφές πως τα στοιχεία της πραγματικότητας, τα οποία η ψυχανάλυση συχνά αποκλείει ή τα αντιμετωπίζει ως οθόνες και ενίοτε ως αντιστάσεις και τα οποία εξετάζει η κοινωνιολογία, μπορούν να περιέχουν κατάλληλες πληροφορίες για πράγματα που διερευνά η ίδια ψυχανάλυση. Εννοιες που συγκροτούν το τεχνικό οπλοστάσιο της κοινωνιοανάλυσης, όπως αυτές του πεδίου, της θέσης και της διάθεσης, του συμφέροντος, του ευφημισμού, της άρνησης και της απώθησης και κυρίως της συμβολικής βίας και της έξης που ριζώνει μέσα στο σώμα,  και οι οποίες δίνουν βαρύνουσα θέση στο ζήτημα του νοήματος και στην προβληματική της κοινωνικής καταγωγής, παραχωρούν στο ασύνειδο και στην ψευδαίσθηση μια πραγματική διάσταση, συνδέουν τη δομή με τη γένεση, την ομιλία με το σώμα, το υποκειμενικό βίωμα με τον αντικειμενικό ντετερμινισμό, και αντιμετωπίζουν διαλεκτικά την πραγματικότητα μέσα από τη συγκρουσιακότητα. Και ερχομαι στο δευτερο ζητημα που μου θέτετε. Πράγματι, επεξεργασθήκαμε με τετοιο τρόπο το υλικο μας ώστε να επιτρέπεται στον αναγνώστη η υιοθέτηση της άποψης του κοινωνικού επιστήμονα, του ειδικού της αντικειμενοποίησης, και, έτσι, να του προσφέρεται μια δυνατότητα κατανόησης της θέσης από την οποία (οφείλει να) βλέπει ο ειδικός τον ερωτώμενο και, κατ’ επέκταση, τηςθέσης από την οποία βλέπουν τα πράγματα κατηγορίες ανθρώπων που βιώνουν κρίσιμες μορφές οδύνης, του τρόπου αντίληψης της πραγματικότητάς τους, της οποίας είναι προϊόντα. Και αυτό το προσπαθήσαμε να γίνει μέσα από συνθετικά και κατασκευασμένα κείμενα που αντιμετωπίζονται πράγματι ως οιονεί διηγήματα. Θελαμε αυτά τα κείμενα να μπορέσουν να ασκήσουν στον αναγνώστη, όσο είναι δυνατόν, τις επιδράσεις που θα απέκλειε, μέσω των αναγκαίων διαδικασιών ρήξης και κατασκευής, η ενεργοποίηση των περίπλοκων εννοιών και τεχνικών μιας καθαρά διανοητικής ανάλυσής τους.
 
Η αντιπαράθεση Γερμανίας-Ελλάδας, αποφεύγει τον εύκολο δρόμο του λαϊκισμού και ανοίγεται σε ένα ευρύτερο πεδίο κυριαρχίας. Τι ακριβώς συμβαίνει εδώ, στην καρδιά της Ευρώπης;    
 
Πράγματι, νομίζω ότι αν λειτουργεί η αντιπαράθεση της πρόσφατης ελληνικής και γερμανικής εμπειρίας που προτείναμε στο κοινό, είναι ακριβώς επειδή αφορά κάτι που υπερβαίνει ξεπερνά την τοπική και χρονική κρίση, και παραπέμπει στην πραγματικότητα σε μια τέραστιας σημασίας αλλαγή σε πανευρωπαϊκό επίπεδο – και ακόμα παραπέρα. Δεν έχουμε να κάνουμε με μια απλή χρηματοπιστωτική κρίση Έχουμε να κάνουμε με μια διαδικασία μετασχηματισμού των καπιταλιστικών κοινωνιών, η οποία αρχισε  τη δεκαετία του 1970 και εκφράζει ό,τι ονομαζει ο Μπουρντιέ «μετάβαση από την κυριαρχία στην οικονομική τυραννία», την πραγμάτωση της ολοένα ευρύτερης επικράτησης της οικονομικής λογικής έναντι των άλλων τομέων κοινωνικής δραστηριότητας, στους αντίποδες της ιστορικής διαδικασίας αυτονόμησης των μικρόκοσμων  της κοινωνικής ζωής.
Κάνετε λόγο για τις μορφές της οδύνης. Ποιες είναι και πως τις αναλύετε;
 
Μελετησαμε καταρχας τις πολλές και γνωστές ιδιαίτερες «οδύνες κατάστασης» που παραγονται από τον βίαιο περιορισμό των επιβιοτικών διεξόδων, οδύνες περισσότερο συνδεδεμένες με την απουσία των απολύτως αναγκαίων κοινωνικών και οικονομικών όρων για την κοινωνική αναπαραγωγή των κοινωνικών υποκειμένων. Εξετάσαμε τις
ποικίλες μορφές «οδυνών θέσης» που βιώνουν, σήμερα, μια σειρά άνθρωποι εξαιτίας των διαφόρων μορφών, λιγότερο ή περισσότερο, διευρυμένης κοινωνικής, υποβάθμισης, απόταξης που υπέστησαν. Και βέβαια τις «οδύνες πίστης», αυτούς τους τύπους των οδυνών οι οποίες απορρέουν από την αποδόμηση της δοξικής σχέσης που διατηρούν τα κοινωνικά υποκείμενα με τον κόσμο τους, της σχέσης δηλαδή αυτής που καθιστά τον κόσμο αυτονόητο και φυσικό, ένα κόσμο στον οποίο μπορούν να τα κοινωνικά υποκείμενα να κατοικήσουν και να κατοικηθούν από αυτόν, να του ανήκουν και να τους ανήκει.
 
Η απεύθυνση που λογίζονταν και ως σύνθημα "η Ευρώπη των λαών" μπορεί να σταθεί σήμερα ή όχι
 
Κοιτάξτε η Ευρώπη οικοδομείται εδώ και καιρό με κύριο άξονα τις εξουσίες και τους κατέχοντες εξουσία, και οποιαδήποτε κριτική προσέγγιση της Ευρώπης τείνει να  καταδικαστεί, στην καλύτερη περίπτωση να παραμείνει αναποτελεσματική και άχρηστη και, στη χειρότερη, να ενισχύσει τη νέα ευρωπαϊκή τάξη πραγμάτων η οποία με τη σειρα της ενισχύει εξ αντικειμένου τις απαρχαιωμένες αντιστάσεις ενός αντιδραστικού εθνικισμού. Πρέπει να αναζητηθούν οι όροι που θα επιτρέψουν  τη μετατροπή των κρισιμων ζητημάτων που ταλανίζουν την ευρωπαικη συνοχή και ολοκληρωση  σε αντικείμενα επεξεργασίας σε όσο το δυνατόν πιο συλλογική κλίμακα καθώς και να υπάρξει μια εξαντλητική εξέτασή τους με βάση τις ιδιομορφίες των διαφόρων εθνικών δομών ώστε να επιτευχθεί ο καλύτερος δυνατός συντονισμός των δράσεων για την υπέρβαση των εμποδίων που αναχαιτίζουν την υλοποίηση του ευρωπαικού στόχου. Η ασάφεια που προκύπτει συνεχώς από τις αποφάσεις των συλλογικών ευρωπαικών οργάνων οδηγεί στη σύγχυση και κατ’ επέκταση στην αποδοχή της παραίτησης από το ευρωπαικό πρόταγμα ως φυσικής αναγκαιότητας.

____________________
http://www.stokokkino.gr/article/1000000000028023/Mirrors-I-upereksousia-tis-oikonomias