~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
.......................«Πολιτεία που δεν έχει σαν βάση της την παιδεία, είναι οικοδομή πάνω στην άμμο».

Αδαμάντιος Κοραής (1748 – 1833)

γιατρός και φιλόλογος, από τους πρωτεργάτες του νεοελληνικού διαφωτισμού.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

..."Σκέφτομαι πως αυτά τα τρία συστατικά πρέπει νά 'χει η ζωή: το μεγάλο, το ωραίο και το συγκλονιστικό. Το μεγάλο είναι να βρίσκεσαι μέσα στην πάλη για μια καλύτερη ζωή. Όποιος δεν το κάνει αυτό, σέρνεται πίσω απ' τη ζωή. Το ωραίο είναι κάθε τι που στολίζει τη ζωή. Η μουσική, τα λουλούδια, η ποίηση. Το συγκλονιστικό είναι η αγάπη... Νίκος Μπελογιάννης

ΥΦΟΣ

ΥΦΟΣ
ΥΦΟΣ Γράμματα, τέχνες, βιβλίο, πολιτισμός

Τρίτη, 29 Αυγούστου 2017

Η αποδόμηση του γερμανικού εργασιακού θαύματος και, μαζί, των εθνοκεντρικών αφηγήσεων.

ΓΙΑ ΜΠΛΟΚ
Η αποδόμηση του γερμανικού εργασιακού θαύματος και, 
μαζί, των εθνοκεντρικών αφηγήσεων.




Tου Οδυσσέα Αϊβαλή*


Η εργασία του Κλάους Ντέρε για το Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ «Το γερμανικό εργασιακό θαύμα - Μοντέλο για την Ευρώπη;» είναι επίκαιρη και χρήσιμη - μεταξύ άλλων γιατί δείχνει τα όρια της αντιγερμανικής ρητορικής και της αντίληψης της πολιτικής ως αντιπαράθεσης μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας. Σε λίγες σελίδες αναλύει το «θαύμα» του γερμανικού καπιταλισμού, το οποίο υλοποιήθηκε και συντηρείται με την ένταση της εκμετάλλευσης των γερμανών εργαζομένων, και μέσα από ένα πλέγμα απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων. Η επίθεση του γερμανικού κεφαλαίου στην εργασία είναι παρόμοια με αυτή που εξαπολύθηκε και στην Ελλάδα, γεγονός που δείχνει και το αδιέξοδο της εθνοκεντρικής αφήγησης - ή, με άλλη διατύπωση, την ανάγκη λύσεων που συμπεριλαμβάνουν όλους τους εργαζόμενους της Ευρώπης
Οι νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις στην εργασία που υλοποίησε η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση Σρέντερ, το 2003, είχαν ως συνέπεια η Γερμανία να αποκτήσει ένα από τα μεγαλύτερα ποσοστά σε εργαζόμενους-φτωχούς στην Ευρώπη, οι εργαζόμενοί της δηλαδή να αμείβονται κάτω από τα όρια της φτώχειας. Σε σύνολο ενεργού πληθυσμού 42 εκατομμυρίων, τα 8 εκατομμύρια υποαπασχολούνται με 400 έως 800 ευρώ τον μήνα. Ενώ λοιπόν το κατά κεφαλήν παραγόμενο προϊόν της χώρας αυξήθηκε στη διάρκεια της περιόδου του ευρώ, από το 2001 κι έπειτα, κατά 30%, ο πραγματικός μισθός βρίσκεται σήμερα κάτω από τα επίπεδα του 1990. Η ανταγωνιστική θέση της γερμανικής οικονομίας στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στη διατήρηση των μισθών σε χαμηλά επίπεδα [1].
Οι μεταρρυθμίσεις Hartz ευνοούσαν τις mini-jobs, δηλαδή τη μερική απασχόληση μερικού χρόνου, και τις midi-jobs, απασχόληση μισού χρόνου. Με μια απλή διαδικασία ένας εργοδότης μπορεί να προσλάβει έναν εργαζόμενο με χαμηλό μισθό, με μειωμένες ασφαλιστικές εισφορές, χωρίς να εντάσσεται σε συλλογική σύμβαση εργασίας. Από το 2003 έως το 2004 δημιουργήθηκαν 2.000.000 νέες mini-jobs, όπου η πλειοψηφία αφορούσε ήδη απασχολούμενους. Το 2005 δημιουργούνται οι δουλειές με «ένα ευρώ την ώρα» (one euro jobs), επιδοτούμενες θέσεις εργασίας σε κοινωφελείς υπηρεσίες. Το αποτέλεσμα των πολιτικών απορρύθμισης της αγοράς εργασίας στη Γερμανία ήταν να αυξηθούν οι χαμηλοί μισθοί, ενώ η ανεργία εξακολουθούσε να αυξάνεται [2].
~~~~~~~~~
Η πεποίθηση ότι οι εργαζόμενοι/ες στις οικονομικά ισχυρές χώρες βρίσκονται σε καλύτερη κατάσταση συγκριτικά με τους εργαζόμενους και τις εργαζόμενες στις υπόλοιπες «υπανάπτυκτες» χώρες, έχει την προέλευσή της στις θεωρίες μητρόπολης-περιφέρειας, που διαπερνούν και την Αριστερά. Σύμφωνα με αυτές τις θεωρίες, οι μισθοί στις καπιταλιστικές μητροπόλεις αυξάνονται ως αποτέλεσμα της οικονομικής ανάπτυξης, ενώ οι κοινωνικές αντιθέσεις βρίσκουν τρόπους να διευθετηθούν, χωρίς να αμφισβητείται το κοινωνικό σύστημα. Η ανάπτυξη κάνει δυνατή τη συναλλαγή ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία και αμβλύνει τους ταξικούς ανταγωνισμούς, επιτυγχάνοντας την κοινωνική συναίνεση [3].

Απορρυθμίζοντας την εργασία
Στο πρώτο μέρος της εργασίας του Ντέρε, λοιπόν, περιγράφονται οι μεταρρυθμίσεις της γερμανικής αγοράς εργασίας. Με γνωστά επιχειρήματα, όπως ότι «οι Γερμανοί και οι Γερμανίδες ζούσαν πάνω από τις δυνατότητές τους» ή ότι το γερμανικό κράτος ήταν υπερδιογκωμένο (σ. 6), η γερμανική σοσιαλδημοκρατία υιοθέτησε νεοφιλελεύθερες πολιτικές προκειμένου να αποδομηθεί το κοινωνικό κράτος, να εμπεδωθούν η εξατομίκευση και να επικρατήσει η λογική του ανταγωνισμού.
Οι αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις στην Γερμανία δημιούργησαν μια ζώνη επισφαλώς εργαζομένων δίπλα στους μόνιμους εργαζόμενους. Η ζώνη επισφάλειας περιλαμβάνει σήμερα αρκετές κατηγορίες, όπως ενοικιαζόμενους εργαζόμενους και συμβάσεις έργου, με αποτέλεσμα τον κατακερματισμό του εργατικού δυναμικού. Αποφασιστικός παράγοντας για την αποδόμηση της εργασίας από τις επιχειρήσεις και το κράτος ήταν η μεγάλη υποχώρηση της οργανωτικής δύναμης των συνδικάτων. Ενώ λοιπόν ο βαθμός συνδικαλιστικής συμμετοχής ήταν γύρω στο 35% το 1980, το 2013 μειώθηκε στο 18% (σ. 13).
Οι μεταρρυθμίσεις Hartz επιβλήθηκαν, μεταξύ άλλων, για να αντιμετωπιστεί ο μεγάλος αριθμός των μακροχρόνια ανέργων. Για να αντιμετωπιστεί αυτό το πρόβλημα, η ανεργία θα έπρεπε να γίνεται στο εξής αντιληπτή ως προσωπική ευθύνη του ανέργου και να αντιμετωπίζεται ως ατομικό πρόβλημα. Παράλληλα, η μερική εργασία θα μείωνε τυπικά την ανεργία, στην πραγματικότητα όμως θα ανάγκαζε τους μόνιμους εργαζόμενους να πειθαρχήσουν, με την απειλή της πτώσης τους στη ζώνη της επισφάλειας.
Προκειμένου να γενικευθεί ο ανταγωνισμός, στις υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας εισήχθησαν χρηματοπιστωτικά εργαλεία, όπως οι διαδικασίες αξιολόγησης, διατύπωσης στοχοθεσίας και κατάρτισης προϋπολογισμού με συγκεκριμένα κριτήρια. Στην λογική αυτή, αν ο/η άνεργος/η αρνείται τη θέση εργασίας που του προσφέρεται από τις υπηρεσίες απασχόλησης (δημόσιες ή ιδιωτικές), τότε χάνει τμήμα ή ολόκληρο το επίδομα ανεργίας (σ. 15).
Προσδιορίζοντας την επισφάλεια
Στο δεύτερο μέρος της εργασίας, ο Ντέρε προσεγγίζει την έννοια της επισφάλειας στην εργασία, τις αιτίες που επιλέγεται ως κεντρική στρατηγική του κεφαλαίου και του κράτους, και τις επιπτώσεις στους εργαζόμενους και στις εργαζόμενες. Μια εργασιακή σχέση είναι επισφαλής όταν δεν παρέχει εισόδημα πάνω από το κοινωνικά αναγκαίο όριο διαβίωσης. Η ανασφάλεια στην εργασιακή δραστηριότητα έχει ως αποτέλεσμα την απουσία νοήματος, την έλλειψη συμμετοχής και αναγνώρισης, καθώς και με την ανασφάλεια στο σχεδιασμό της ζωής (σ. 16).
Η συνεχής μετατόπιση από τη ζώνη της επισφάλειας στην ανεργία (ζώνη της απένταξης) και η συχνή αλλαγή εργασιακών χώρων, δημιουργούν ευέλικτους φθηνούς εργαζόμενους, με περιορισμένες δυνατότητες για συλλογικές διεκδικήσεις. Με αυτή τη μεθοδολογία κανονικοποιείται η επισφάλεια ως πρότυπο εργασίας για τους νέους εργαζόμενους.
Σύμφωνα με την νεοφιλελεύθερη αφήγηση, η μοναδική διέξοδος από το καθεστώς της επισφάλειας είναι ο ατομικός δρόμος των συνεχών επιμορφώσεων και της πειθάρχησης στην εργασία. Όμως ο φόβος επιστροφής στη ζώνη επισφάλειας συνεχίζει να επιδρά και μετά την έξοδο, μετατρέποντας την εργασία σε μια συνεχή προσπάθεια διατήρησης της εργασίας.
Η επισφάλεια στην εργασία αποτελεί κύρια "μέθοδο" του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού σε όλη την Ευρώπη προκειμένου να εξασφαλιστεί η διευρυμένη ανάπτυξη και η κερδοφορία του. Η απάντηση των «από κάτω» μέσα από συλλογικούς αγώνες και διεκδικήσεις θα καθορίσει τον κοινωνικό συσχετισμό και τη συνέχεια ή μη της επισφάλειας. Τα κοινά προβλήματα των εργαζομένων στις χώρες τις Ευρώπης διαμορφώνουν ένα ευνοϊκό πεδίο ανάπτυξης ταξικής αλληλεγγύης, ώστε να πολλαπλασιαστεί η αποτελεσματικότητα των αγώνων.
26/03/2015, 
* Εκπαιδευτικός.

Δευτέρα, 28 Αυγούστου 2017

Από τη συνάντηση στο δέσιμο: Η συνάντηση του αστάθμητου υλισμού με τη διατομικότητα


Odysseas Aivalis


ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟ ΔΕΣΙΜΟ:
Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΑΣΤΑΘΜΗΤΟΥ ΥΛΙΣΜΟΥ
ΜΕ ΤΗ ΔΙΑΤΟΜΙΚΟΤΗΤΑ

του Οδυσσέα Αϊβαλή

1. Εισαγωγή

Σε αυτή την εργασία θα περιγράψουμε τις αναλύσεις του αστάθμητου υλισμού και της διατομικότητας. Η υπόθεσή μας είναι ότι υπάρχουν σημαντικά σημεία τομής μεταξύ των δύο επεξεργασιών, οι οποίες άλλωστε έχουν και κοινές ρίζες.
Επίσης, θα προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε την κοινή λογική μεταξύ του αστάθμητου υλισμού και της διατομικότητας, τα σημεία στα οποία αλληλοσυμπληρώνονται οι επεξεργασίες, ώστε με αυτή τη λογική να προσεγγίσουμε εκ νέου τόσο το κοινωνικό όσο και το ατομικό.

2. Αστάθμητος υλισμός

Ο υλισμός του αστάθμητου αποτελεί μια απόπειρα να ξεπεραστεί το επιστημολογικό εμπόδιο του ιστορικισμού και της τελεολογίας της αναγκαιότητας, μέσω της ενδεχομενικότητας των συναντήσεων. Εγγράφεται σε μια γενεαλογία υλισμού που ξεκινά από τη βροχή του Επίκουρου, έως τον Σπινόζα και τον Μαρξ. Κάθε συνάντηση στοιχείων είναι αστάθμητη, θα μπορούσε και να μην είχε συμβεί, επίσης αστάθμητο είναι και το αν η συνάντηση θα δέσει ή όχι, όπως και το αν θα συνεχίσει να αναπαράγεται.
Πριν τη συγκρότηση της δομής υπάρχει το κενό, άπειρα άτομα πέφτουν στο κενό, χωρίς αιτία. Τα στοιχεία προϋπήρχαν απομονωμένα. Σε αντίθεση με τον υλισμό του υποκειμένου, σκιαγραφείται ο υλισμός μιας διαδικασίας, χωρίς υποκείμενο (Althusser 2006: 190). Οι παρεκκλίσεις των στοιχείων προκαλούν συναντήσεις, οι οποίες όταν διαρκούν δημιουργούν μια δομή, έναν κόσμο. Η συνάντηση δεν δημιουργεί τίποτε από την πραγματικότητα, παρέχει στα στοιχεία την πραγματικότητά τους, τα οποία χωρίς την παρέκκλιση και τη συνάντηση δεν θα είχαν υπόσταση. Μετά από τη στιγμή της συγκρότησης της δομής εγκαθιδρύεται το νόημα, είτε με τη μορφή της δομικής αιτιότητας, είτε ως ανάδραση της δομής στη στιγμή της συνάντησης (Αλτουσέρ 1994: 33-34).
Ο υλισμός του αστάθμητου υποδεικνύει την προτεραιότητα της υλικότητας. Μιας υλικότητας με την ευρύτερη δυνατή έννοια, όπως η υλικότητα ενός ίχνους ή της ιδεολογίας. Η πρωταρχικότητα της υλικότητας είναι καθολική, καθετί μπορεί να κυριαρχήσει, η κυριαρχία μετατοπίζεται (Αλτουσέρ 1994: 36-37).
Η εκάστοτε δομή αποτελείται από συναντήσεις στοιχείων με ανεξάρτητες ιστορίες, τα οποία δεν ήταν προδιαγεγραμμένα να συναντηθούν.1
Η συγκρότηση της δομής μετά την αστάθμητη συνάντηση και το αστάθμητο δέσιμο επανακαθορίζεται από συναντήσεις ή αντίστοιχα από απουσίες συναντήσεων σε δύο επίπεδα. Αφενός σε εσωτερικό επίπεδο, ανάμεσα στα στοιχεία της δομής και αφετέρου σε εξωτερικό επίπεδο, καθώς η δομή αποτελεί στοιχείο συναντήσεων με άλλες δομές (για παράδειγμα συνάρθρωση οικονομικού και πολιτικού επιπέδου).
Η αστάθμητη προσέγγιση του υλισμού επιτρέπει να ξεπεραστεί το εμπόδιο της ομοιογενούς συνέχειας του χρόνου, εισάγοντας την ιστορική ασυνέχεια της αστάθμητης συνάντησης. Τα στοιχεία αποτελούνται από ενικές ιστορίες, όπου μέσα από παρεκκλίσεις συναντώνται, χωρίς να έχουν σκοπό να συναντηθούν, αντίστοιχα δένουν χωρίς κάποια προϋπάρχουσα αιτία.2 Ο αστάθμητος δομισμός αναγνωρίζει την ανάδραση της δομής πάνω στη συνάντηση, με την έννοια της επίδρασης που ασκεί η δομή στα στοιχεία που συναντώνται και μετατρέπονται έτσι σε στοιχεία της δομής (Φουρτούνης 2008).
Η διαδικασία της αστάθμητης συνάντησης συνεχίζεται (Αλτουσέρ 2004). Η δομή που προκύπτει από τα στοιχεία που συναντώνται επαναπροσδιορίζεται, διαρκώς, όπως στο παράδειγμα του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής (ΚΤΠ), 3 όπου ο συσχετισμός δυνάμεων μεταβάλλεται μεταξύ των στοιχείων του εκάστοτε κοινωνικού σχηματισμού, αναδεικνύοντας τη θεμελιώδη σημασία της ταξικής πάλης. Η ενδεχομενικότητα της συνάντησης δεν αναιρεί την ανάγκη πολιτικής πρακτικής παρέμβασης, αφού αυτή καθορίζει τη νέα δομή που θα προκύψει ή την αναπροσαρμογή της υπάρχουσας δομής, συνεπώς και τη δομική ιστορία (Φουρτούνης 2007). Αντίστοιχα, η αναπαραγωγή των σχέσεων παραγωγής αποτελεί ένα άθροισμα αστάθμητων συναντήσεων, οι οποίες εγγράφονται στην αντίστοιχη πολιτική συγκυρία.
Η εκάστοτε πολιτική συγκυρία αποτελεί αποτέλεσμα αστάθμητων συναντήσεων. Το αντικείμενο της πολιτικής πρακτικής είναι η μετατόπιση της συγκυρίας στο επίπεδο της ταξικής πολιτικής πάλης (Πουλαντζάς 1985). Η συγκυρία είναι αποτέλεσμα συναντήσεων διαφορετικών κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων, οι οποίες με βάση την ταξική πάλη διαμορφώνουν τον συσχετισμό δυνάμεων. Η μετατόπιση του συσχετισμού δυνάμεων αντίστοιχα, διαμορφώνει τη δομή της πολιτικής πρακτικής και του πολιτικού επιπέδου.
Η σημασία της ταξικής πάλης σε κάθε επίπεδο είναι πρωταρχική για τον αστάθμητο δομισμό. Η συνάντηση είναι συγκρουσιακή, ενώ η δομή που προκύπτει από το δέσιμο είναι επίσης συγκρουσιακή δομή που καθορίζεται από τον συσχετισμό των δυνάμεων που συναντιούνται (Φουρτούνης 2008).
Η πολιτική πρακτική με βάση τον υλισμό του αστάθμητου, αναμετριέται πάντοτε με ένα ήδη διαμορφωμένο πεδίο αλλά επίσης με τον εγγενώς ανοιχτό χαρακτήρα του, ενώ η έννοια του κενού αντιστοιχεί τόσο στον ανοιχτό ορίζοντα των κοινωνικών πρακτικών όσο και στη διαρκή ύπαρξη δυνατοτήτων για νέες πρακτικές και νέες μορφές (Σωτήρης 2006).
Τη λογική της αστάθμητης συνάντησης τη βρίσκουμε επίσης σε διάφορα σημεία στο έργο του Μαρξ. Στην Πρωταρχική Συσσώρευση4 η συνάντηση κατόχων χρήματος και μέσων παραγωγής με τους ελεύθερους εργάτες με τη διπλή έννοια (χωρίς σχέσεις υποτέλειας, αλλά και χωρίς μέσα παραγωγής), έδεσε συγκροτώντας τη συγκρουσιακή δομή του ΚΤΠ (Μαρξ 1978: 739). Προγενέστερα, υπήρξαν συναντήσεις οι οποίες δεν έδεσαν, όπως για παράδειγμα οι Άραβες έμποροι και οι μισθοφόροι της Ρώμης, αναδεικνύοντας την ενδεχομενικότητα της συνάντησης ενικών στοιχείων. Οι αστάθμητες συναντήσεις κατόχων χρήματος και ελεύθερων κατόχων εργατικής δύναμης συνεχίζονται με τη μορφή στοιχείων της δομής του ΚΤΠ, η οποία επιδρά πάνω στις συναντήσεις, καθώς επίσης μεταβάλλεται ανάλογα με την έκβασή τους.
Απαραίτητες προϋποθέσεις για τη συνάντηση που αναπαράγει τη δομή του ΚΤΠ είναι η νομική ισότητα μεταξύ πωλητή και αγοραστή της εργατικής δύναμης καθώς και η πεπερασμένη διάρκεια της συμφωνίας, ώστε να διατηρηθεί η ελευθερία του κατόχου εργασιακής δύναμης (Μαρξ 1978: 180). Η εξέλιξη της συνάντησης, η αναπαραγωγή, η διευρυμένη αναπαραγωγή, η ανατροπή και ο μετασχηματισμός της δομής εξαιτίας της σύγκρουσης είναι αποτέλεσμα του εκάστοτε συσχετισμού δύναμης μεταξύ των στοιχείων του κεφαλαίου και της εργασίας, έγκειται λοιπόν στην προτεραιότητα της ταξικής πάλης.
Η σχέση ταξικής θέσης και ταξικής ταυτότητας αποτελεί επίσης ένα πεδίο αστάθμητης διάρθρωσης, ενώ ο όρος της ταξικής συνάφειας συμπυκνώνει τις συγκεκριμένες μορφές πολιτικής δράσης ή αδράνειας αντίστοιχα (Jessop 2011: 132).
Αντίστοιχο σημείο αστάθμητης λογικής συναντάμε στην 18η Μπρυμαίρ, στο διάσημο απόσπασμα που περιγράφεται ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι δημιουργούν την ιστορία τους. Οι συνθήκες μέσα στις οποίες δρουν δεν έχουν επιλεγεί από τους ίδιους (Μαρξ 1986: 15). Οι άνθρωποι διαμορφώνουν την ιστορία όχι όμως στο κενό, αλλά μέσα στο πλαίσιο δομών που επικαθορίζουν τα στοιχεία τους, με βάση τις ενικές ιστορίες τους.
Ο Μακιαβέλι στον Ηγεμόνα επεξεργάζεται την αστάθμητη συγκρότηση του κράτους (Fourtounis 2013: 50). Εάν η πρωταρχική συσσώρευση στο Κεφάλαιο αποτελεί τη συνάντηση που δένει και συγκροτεί τον ΚΤΠ, ο Ηγεμόνας περιγράφει την αντίστοιχη συνάντηση προκειμένου να συγκροτηθεί το εθνικό κράτος. Τα στοιχεία, αρετή και τύχη, συναντώνται στο κενό, ενώ ο Ηγεμόνας αποτελεί τη δομή που προκύπτει (Αλτουσέρ 1994: 130-131). Ο Ηγεμόνας είναι το αποτέλεσμα ενός συνδυασμού των στοιχείων της αρετής, της ευκαιρίας και της τύχης.
Το συμβάν που προκύπτει από τη συνάντηση της αρετής, της τύχης και της ενεργητικότητας, αποτελεί την ενδεχομενική εκκίνηση ενός μετασχηματισμού χωρίς προβλέψιμο τέλος. Πρόκειται για ένα συμβάν που συμβαίνει στο κενό του χρόνου. Η δράση γίνεται δυνατή μέσα στο κενό, δένοντας τα στοιχεία (Balibar 2011).

3. Ο αστάθμητος υλισμός στα πρώιμα έργα του Αλτουσέρ

Αν και η ρητή επεξεργασία του αστάθμητου υλισμού γίνεται από τον Αλτουσέρ στο κείμενο για το υπόγειο ρεύμα του υλισμού της συνάντησης (Althusser 2006), υπάρχουν επεξεργασίες σχετικά με τη λογική της συγκυρίας και της ενδεχομενικότητας και στα προγενέστερα έργα του (Σωτήρης 2011). Με την ανάγνωση του αστάθμητου δομισμού, ο ασταθμητισμός συναρθρώνεται με τον δομισμό, δηλαδή η σχέση της δομικής αιτιότητας με την ενδεχομενικότητα.
Όπως είδαμε, στις επεξεργασίες για την πολιτική θεωρία του Μακιαβέλι, η αστάθμητη συνάντηση Τύχης και Αρετής συγκροτεί τη νέα δομή του έθνους-κράτους. Η μορφή μιας ευνοϊκής συνάντησης είναι δυνατόν να σχηματιστεί μεταξύ δύο όρων, όπως για παράδειγμα μεταξύ των αντικειμενικών συνθηκών της συγκυρίας και των υποκειμενικών συνθηκών της αρετής (Althusser 1999: 74). Οι μορφές των συναντήσεων καθορίζονται από την αντιστοιχία ή μη της “Fortuna” και της συγκυρίας. Η ενδεχομενικότητα της συνάντησης έγκειται στο δέσιμο των στοιχείων της συγκυρίας.
Νωρίτερα, στις επεξεργασίες του Αλτουσέρ για τον ιστορικό χρόνο, συναντάμε την κριτική στην ιστορικιστική εγελιανή προσέγγιση της συνέχειας και της ομοιογένειας του χρόνου. Η εγελιανή κοινωνική ολότητα θα επέτρεπε μια «τομή ουσίας», μια κάθετη τομή του ιστορικού χρόνου στο παρόν, η οποία θα επέτρεπε στα στοιχεία του όλου να βρίσκονται σε άμεση σχέση μεταξύ τους, εκφράζοντας άμεσα την εσωτερική τους ουσία (Αλτουσέρ 2003: 307).
Για τον Αλτουσέρ κάθε επίπεδο έχει τον δικό του χρόνο, χαρακτηρίζεται από σχετική αυτονομία μέσα στο όλο, με έναν ορισμένο τρόπο συνάρθρωσης εντός του όλου (Αλτουσέρ 2003: 315). Η διαφοροποίηση με την ιστορικιστική προσέγγιση του χρόνου έγκειται στο ότι η «τομή ουσίας» σε ένα επίπεδο, δεν αντιστοιχεί με κάποια τομή των άλλων επιπέδων, καθώς το κάθε επίπεδο χαρακτηρίζεται από τους δικούς του ρυθμούς. Η δομή του όλου συναρθρώνει τα επίπεδα μέσα από τη συνύπαρξη μιας παρουσίας επιπέδων με απουσίες άλλων επιπέδων αντίστοιχα, ακυρώνοντας την έννοια της συγχρονικότητας (Αλτουσέρ 2003: 321-322).
Η δομή χαρακτηρίζεται από τη μη-συγχρονικότητα, από την πολλαπλή χρονικότητα. Η δομή ενέχει την ενδεχομενικότητα, ως αποτέλεσμα συναντήσεων ιστοριών και ρυθμών, αστάθμητα μεταβαλλόμενων (Morfino 2014: 465).

4. Η έννοια της διατομικότητας

Η διατομική προσέγγιση επιτρέπει να συλληφθεί η παραγωγή του ατόμου και η συγκρότηση της κοινωνίας ως ενιαία και ταυτόχρονη διαδραστική διαδικασία. Το άτομο προσεγγίζεται ως μια ανοιχτή σχέση καθορισμού αλλά και ως μια σχέση δημιουργική. Το άτομο δεν είναι δεδομένο εκ των προτέρων και αφηρημένο, αλλά παράγεται και κατασκευάζεται. Επίσης, δεν είναι το μέρος στο οποίο κατοικεί μια ουσία, η οποία είναι η ουσία του όλου (Μπαρτσίδης 2006).
Οι δύο θέσεις της διατομικής προσέγγισης συνοψίζονται πρώτον, στην προτεραιότητα της διαδικασίας ατομίκευσης έναντι του ατόμου και δεύτερον, στην προτεραιότητα της σχέσης ως προς τα στοιχεία της. Η έννοια της μετασταθερής ισορροπίας που περιγράφει τη διαδικασία ατομίκευσης, προσδιορίζει τις συνθήκες ασταθούς ισορροπίας μέσα στις οποίες πραγματοποιείται η συγκρότηση του ατόμου. Οι συνθήκες της διατομικής συγκρότησης είναι συνθήκες έντασης και ενδεχομενικότητας, ενώ η χρονικότητα δεν είναι στιγμιαία, αλλά συνεχής δραστηριότητα, αφήνοντας χωρικό και χρονικό περιθώριο μετασχηματισμού της ατομίκευσης. Το διατομικό ορίζεται ως συνάρθρωση σχέσεων που συγκροτούν συγχρόνως την ψυχική και τη συλλογική ατομίκευση (Morfino 2014: 448-452).

Η διατομικότητα ως αστάθμητη συνάντηση

Στην έκτη θέση για τον Φόυερμπαχ ο Μαρξ προσεγγίζει την ανθρώπινη ουσία ως το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων (Marx 2014: 161). Αντίστοιχα, η έννοια της διατομικότητας αναλύει τη συγκρότηση της ατομικότητας ως σχεσιακής διαδικασίας, δηλαδή ως αποτέλεσμα και διαδικασία κοινωνικών σχέσεων. Οι συναντήσεις μπορούν να ειδωθούν ως αστάθμητες διατομικές δράσεις, εγγενείς στην ιστορική διαδικασία (Balibar 2014: 361). Σε αντίθεση με την ατομιστική και την ολιστική οπτική (προτεραιότητα ατόμου και όλου αντίστοιχα), η διατομική προσέγγιση μετατοπίζει το ερώτημα στη σχέση, στον χώρο ανάμεσα στα άτομα, που δημιουργείται από το σύνολο των αλληλεπιδράσεών τους (Μπαλιμπάρ 1999: 53-54).
Η διεργασία της ατομίκευσης είναι ακαθόριστη (Μπαρτσίδης 2014: 70), αποτέλεσμα αστάθμητων συναντήσεων που συγκροτούν σχεσιακά το άτομο. Η οντότητα είναι προϊόν συνάντησης, χωρίς τα στοιχεία της να προδιαγράφουν το αποτέλεσμα που θα προκύψει (Morfino 2008).
Για τον Σπινόζα, η σύγκρουση των διαθέσεων είναι αποτέλεσμα συναντήσεων ανάμεσα στη συνθετότητα του σώματος και τη συνθετότητα των σχέσεων με άλλα σώματα. Η αγάπη και το μίσος προσεγγίζονται ως αλληλουχίες συναισθημάτων που ενισχύονται από την επανάληψη των συναντήσεων (Balibar 2010: 72). Ο ενσώματος υλισμός του Σπινόζα αντιλαμβάνεται τον ενσώματο εαυτό ως διαδικασία μετασχηματισμού στη συνάντηση με τον Άλλο. Το σώμα αποτελεί σημείο διεπαφής του βιολογικού, του συμβολικού και του κοινωνικού. Η ενσωματότητα του υποκειμένου, μέσα από τις σχέσεις με άλλα σώματα, επηρεάζει και επηρεάζεται, αποτελώντας πεδίο μετασχηματισμών στο πλαίσιο συλλογικοτήτων (Μπραϊντόττι 2014: 14-15). Η έμφυλη ταυτότητα και η σεξουαλικότητα συγκροτούνται κοινωνικά μέσα από κοινωνικές σχέσεις πρακτικές.
Παρόμοιες συναντήσεις συγκροτούν την αλυσίδα σημαινόντων του Πραγματικού. Το Πραγματικό, στην αλυσίδα των σημαινόντων, αποτελεί το κενό ανάμεσα στα σημαίνοντα όπου διαλύεται η σημασία, ενώ δημιουργούνται νέες σημασίες. Το Πραγματικό αποτελεί τον τόπο και τον χρόνο της ελλιπούς συνάντησης, η στιγμή της τύχης (Παπαδάκος και Φραγκοπούλου 2011: 107). Η λειτουργία του Πραγματικού μέσα στην επανάληψη περιγράφει τις σχέσεις του υποκειμένου με την κατάστασή του. Το Πραγματικό αποτελεί συνάντηση, που καθορίζεται από τη λειτουργία της τύχης, μια συνάντηση που μπορεί να αποτύχει, να μη δέσει. Το Πραγματικό παίρνει τη μορφή του τραύματος, όταν επισυμβαίνει η συγκρουσιακή αντίθεση της αρχής της ευχαρίστησης με την αρχή της πραγματικότητας (Λακάν 1982: 77). Η αποτυχημένη συνάντηση αναδεικνύει τη θέση του Πραγματικού που μετατρέπει το τραύμα σε φαντασίωση (Λακάν 1982: 83).
Αντίστοιχα, το ασυνείδητο διατομικό, ως ο εμμενής Άλλος, αποφασίζει το αληθινό νόημα της εκφερόμενης γλώσσας, ή αλλιώς το ασυνείδητο είναι ο λόγος του Άλλου (Chiesa 2014: 441). Στο ασυνείδητο υπάρχει ένα διατομικό στοιχείο, ενώ τα δρώντα αποτελέσματα του ασυνείδητου εμφανίζονται στο άτομο (Αλτουσέρ 1991).
Το αποτέλεσμα της υποκειμενικότητας παράγεται με διαφορετικό τρόπο εντός των διαφορετικών τύπων λόγου, ιδεολογικού, επιστημονικού, ασυνείδητου (Morfino 2014: 466). Η θέση του υποκειμένου διαφέρει, το ιδεολογικό υποκείμενο για παράδειγμα συμμετέχει στον ιδεολογικό λόγο, αποτελεί ένα καθορισμένο σημαίνον του λόγου. Αντίθετα, το υποκείμενο του ασυνείδητου λόγου απουσιάζει από το λόγο, ενώ ένα σημαίνον «κρατάει τη θέση του» στην αλυσίδα των σημαινόντων (Althusser 2003: 48-49).
Το διατομικό ως τόπος συγκρότησης του ατομικού και του κοινωνικού, αποτελείται από τη συνάρθρωση του ιδεολογικού λόγου και του λόγου του ασυνείδητου (Morfino 2014: 467). Για παράδειγμα, οι λειτουργίες που αναλαμβάνονται από φορείς, στο οικονομικό, πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο, εξασφαλίζονται από την έγκλιση των υποκειμένων από την ιδεολογία, όμως είναι εξίσου απαραίτητο το ασυνείδητο αποτέλεσμα, ώστε η λειτουργία να εξασφαλιστεί μέσα στην παραγνώριση (Althusser 2003: 51-52).


5. Η συνάντηση αστάθμητου δομισμού και διατομικότητας

Τα κοινά σημεία της λογικής του αστάθμητου δομισμού με τη διατομικότητα μας επιτρέπουν να συνδυάσουμε τις δύο επεξεργασίες, προκειμένου να συγκροτήσουμε ένα μεθοδολογικό πλαίσιο ανάλυσης. Για παράδειγμα, η κοινωνία αποτελεί για τη διατομική προσέγγιση ένα άκεντρο σύστημα σχέσεων, πολύπλοκο και διαστρωματωμένο. Οι δύο θέσεις της διατομικής προσέγγισης συνοψίζονται πρώτον, στην προτεραιότητα της διαδικασίας ατομίκευσης έναντι του ατόμου και δεύτερον, στην προτεραιότητα της σχέσης ως προς τα στοιχεία της. Η έννοια της μετασταθερής ισορροπίας που περιγράφει τη διαδικασία ατομίκευσης, προσδιορίζει τις συνθήκες ασταθούς ισορροπίας μέσα στις οποίες πραγματοποιείται η συγκρότηση του ατόμου. Οι συνθήκες της διατομικής συγκρότησης είναι συνθήκες έντασης και ενδεχομενικότητας, ενώ η χρονικότητα δεν είναι στιγμιαία, αλλά συνεχής δραστηριότητα, αφήνοντας χωρικό και χρονικό περιθώριο μετασχηματισμού της ατομίκευσης. Το διατομικό ορίζεται ως συνάρθρωση σχέσεων που συγκροτούν συγχρόνως την ψυχική και τη συλλογική ατομίκευση (Morfino 2014: 454).
Για τον υλισμό του αστάθμητου, μια συγκεκριμένη κοινωνία, ως δομή, συγκροτείται από τις συναντήσεις στοιχείων, τα οποία δεν ήταν προκαθορισμένα να συναντηθούν. Οι συναντήσεις και άρα το αστάθμητο δέσιμο στην κοινωνική δομή εμπεριέχει το στοιχείο της ενδεχομενικότητας. Επίσης, η εξέλιξη, η συνέχεια της κοινωνίας, ή η αντίστοιχη ασυνέχεια, είναι αστάθμητο ενδεχόμενο, καθώς οι σχέσεις μεταξύ των στοιχείων της δομής επαναπροσδιορίζονται συγκρουσιακά. Παράλληλα, η δομή αποτελεί ταυτόχρονα στοιχείο για άλλες δομές, με αντίστοιχες διαδικασίες συνάντησης, όπως για παράδειγμα ένας συγκεκριμένος κοινωνικός σχηματισμός αποτελεί μια δομή με επιμέρους στοιχεία, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί στοιχείο μιας ευρύτερης δομής, ενός υπερεθνικού μηχανισμού, ιμπεριαλιστικής οργάνωσης ή διεθνοποίησης κεφαλαίου.
Αν η διατομικότητα χαρακτηρίζεται από την περίπλοκη συνύφανση σχέσεων, η συνάρθρωσή της με τον αστάθμητο υλισμό οδηγεί στην απόρριψη της σταθερότητας και στην προσέγγιση του διατομικού ως πολύπλοκο δίκτυο συναντήσεων, όπου η πραγματοποίησή τους ή μη είναι δυνατόν να μετασχηματίσει ολόκληρο το πλέγμα, επ’ άπειρον (Morfino 2014: 462).

5.1. Ο κρίκος του κενού

Η ένταξη της έννοιας του κενού στον υλισμό του αστάθμητου και στη διατομικότητα αποτελεί ένα ακόμη κοινό πεδίο των δύο επεξεργασιών. Στη βροχή του Επίκουρου, τα άτομα πέφτουν παράλληλα στο κενό και με παρεκκλίσεις που δεν ήταν προκαθορισμένες, συναντιούνται. Για τη διατομική προσέγγιση, το άτομο συγκροτείται στον χώρο μεταξύ του ατόμου και των άλλων ατόμων, στο κενό μεταξύ ατόμων που σχετίζονται.
Η έννοια του κενού και η αντίστοιχη λογική, είναι καθοριστική στη διατύπωση μιας αφήγησης που αντιπαρατίθεται στον μηχανικιστικό υλισμό και στον τελεολογικό ιδεαλισμό, χωρίς να είναι σαφής η διάκριση μεταξύ τους.
Η ενδεχομενικότητα του κενού, ο μη προκαθορισμένος χαρακτήρας μιας δομής που προκύπτει και ενός ατόμου που συγκροτείται, είναι ο κρίκος που ενώνει την αστάθμητη με τη διατομική λογική. Όπως επίσης ενδεχομενικό είναι το αν και με ποιο τρόπο η δομή και το άτομο αντίστοιχα θα αναπαράγεται ως έχει ή αν θα μετασχηματιστεί σε κάτι καινούριο, εξαιτίας αστάθμητων συναντήσεων.

5.2. Η σχεσιακή ρίζα

Κοινός υπόγειος τόπος των δύο λογικών είναι η σχεσιακή προσέγγιση. Αν στη διατομικότητα γίνεται ρητά, με τη συγκρότηση της ατομικότητας μέσα από κοινωνικές σχέσεις, στον αστάθμητο υλισμό υπάρχει υπόρρητα.
Οι συναντήσεις που δένουν, αποτελούν συγκρουσιακές σχέσεις μεταξύ των στοιχείων. Τόσο πριν το δέσιμο, όσο και μετά, στην αναπαραγωγή ή στον μετασχηματισμό της συγκροτημένης δομής, τα στοιχεία σχετίζονται μέσω συναντήσεων, ενώ ο αντίστοιχος συσχετισμός δυνάμεων τη στιγμή της εκάστοτε σύγκρουσης καθορίζει το αποτέλεσμα της συνάντησης.
Η γενεαλογία της σχεσιακής προσέγγισης περνά από τις αναλύσεις του Μαρξ για το κεφάλαιο ως σχέση (Μαρξ 1978) και όπως είδαμε για την ανθρώπινη ουσία ως σύνολο κοινωνικών σχέσεων. Στην ίδια λογική, βρίσκουμε τη σχεσιακή ανάλυση της εξουσίας από τον Foucault (2011), ως δράσεις επί δράσεων και την ανάλυση του κράτους από τον Πουλαντζά (1978) ως συμπύκνωση του συσχετισμού δύναμης.
Το κεφάλαιο για τον Μαρξ είναι η σχέση καπιταλιστικής οικονομικής εκμετάλλευσης και εξουσίας, η οποία τίθεται σε κίνηση μέσω του χρήματος. Η υπεραξία αντίστοιχα, νοείται ως μια ιδιαίτερη κοινωνική σχέση, ως η ειδικά καπιταλιστική εκμετάλλευση (Μηλιός, Δημούλης, Οικονομάκης 2005: 82). Η χρηματική μορφή αποτελεί την υλική ενσάρκωση των κοινωνικών σχέσεων που χαρακτηρίζουν τον ΚΤΠ (Μηλιός, Δημούλης, Οικονομάκης 2005: 74).
Ο Φουκώ, περιγράφοντας έμμεσα τη σχεσιακή προσέγγιση, θα ορίσει την εξουσία ως πολλαπλότητα σχέσεων δύναμης. Συνθήκη δυνατότητας της εξουσίας αποτελεί το ασταθές πεδίο των σχέσεων δύναμης, ενώ διαχέεται παντού επειδή παράγεται διαρκώς, σε κάθε σχέση ενός σημείου με κάποιο άλλο σημείο (Foucault 2011: 109-110).


6. Ο αστάθμητος δομισμός ως ανανέωση της πολιτικής πρακτικής

Η λογική του αστάθμητου οδηγεί σε επαναπροσέγγιση τόσο της πολιτικής θεωρίας όσο και της πρακτικής (Σωτήρης 2006). Αν η πολιτική πρακτική γίνεται αντιληπτή ως η δυνατότητα μεταβολής του συσχετισμού δύναμης στη συγκεκριμένη συγκυρία, με ανοικτό αποτέλεσμα, αναδεικνύεται η προτεραιότητα της αντίθεσης κεφαλαίου εργασίας.
Με την προσέγγιση του αστάθμητου δομισμού η «ανοικτότητα» ή η ενδεχομενικότητα του αποτελέσματος της σύγκρουσης δεν προσιδιάζει στην τυχαιότητα και άρα σε μια σχετικιστική προσέγγιση. Αντίθετα, η ανάδραση της δομής, η επίδραση για παράδειγμα του ιδεολογικού επιπέδου στην πολιτική πρακτική, επιδρά στον καθορισμό της εκάστοτε συνάντησης.
Πιο συγκεκριμένα, θα χρησιμοποιήσουμε το παράδειγμα των εργασιακών σχέσεων ως συγκρουσιακών συναντήσεων μεταξύ εργατικής και αστικής τάξης, στο οικονομικό επίπεδο, τα αποτελέσματα των οποίων συμπυκνώνονται (μεταξύ άλλων τόπων) στο εργατικό δίκαιο του (εκάστοτε) κοινωνικού σχηματισμού. Βλέπουμε έτσι σε μία δεδομένη χρονική συγκυρία, στον ίδιο κοινωνικό σχηματισμό, να διαφοροποιούνται οι εργασιακές σχέσεις ανά κλάδο ανάλογα με το βαθμό συνδικαλισμού των εργαζομένων στον αντίστοιχο κλάδο (χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Γερμανίας5 ).
Επομένως, παράμετροι όπως ο συνδικαλισμός και η ποιότητά του, για παράδειγμα η ένταξη στα συνδικάτα μεταναστών εργατών και επισφαλώς εργαζόμενων, ή η αλληλεγγύη μεταξύ εργατών, καθορίζουν την έκβαση της σύγκρουσης και αντίστοιχα επενεργούν στην έκβαση της συγκυρίας.
Η κοινωνική δομή επιδρά πάνω στη σύγκρουση με τον βαθμό στον οποίο οι ταξικοί αγώνες (ή η απουσία τους αντίστοιχα), εγγράφονται μέσω του πολιτικού επιπέδου στο εργατικό δίκαιο. Αντίστοιχα ο βαθμός επίδρασης της κυρίαρχης ιδεολογίας στις εργαζόμενες τάξεις, αντανακλάται στο βαθμό εμπλοκής στη σύγκρουση. Για παράδειγμα η υιοθέτηση της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας περί ατομικής λύσης μέσω του ανταγωνιστικού «ατομικού κεφαλαίου» και της αντίστοιχης απαξίωσης των συλλογικών συνδικαλιστικών αγώνων, είναι δυνατόν να οδηγήσει σε εκτεταμένες τάσεις αποσυνδικαλισμού.

7. Συμπεράσματα

Διαμορφώνεται ένα κοινό πεδίο αναλύσεων μεταξύ του αστάθμητου υλισμού και της διατομικότητας. Επιπλέον, σε αρκετά σημεία οι αναλύσεις αλληλοσυμπληρώνονται ως προς τη σχέση ατομικού - κοινωνικού.
Η χρησιμότητα αυτών των επεξεργασιών και η σύνθεσή τους σε ένα κοινό πλαίσιο, ενισχύει την επαναπροσέγγιση τόσο του κοινωνικού όσο και του ατομικού. Αν τρόποι παραγωγής και άτομα συγκροτούνται μέσα από αστάθμητες συγκρουσιακές συναντήσεις, τα συμπεράσματα που εξάγονται είναι σημαντικά, σε πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο. Καταρρίπτεται η ιστορικιστική, μηχανιστική αντίληψη για την προκαθορισμένη εξέλιξη της ιστορίας, όπως και το νεοφιλελεύθερο ιδεολόγημα της μη ύπαρξης εναλλακτικής από το υπάρχον κοινωνικό σύστημα. Αποδομείται η ουσιοκρατική προσέγγιση του ατόμου, το άτομο συγκροτείται μέσα σε κοινωνικές σχέσεις, δεν καθορίζεται από μια ανθρώπινη ουσία. Αντίστοιχα ασκείται ριζική κριτική στη φιλελεύθερη και νεοφιλελεύθερη προσέγγιση του εξατομικευμένου ανθρώπου, που από τη φύση είναι ανταγωνιστικός προκειμένου να επιβιώσει.
Η σημασία της πολιτικής επανακαθορίζεται στην οργάνωση της στρατηγικής στην ταξική πάλη, ως συγκρουσιακή πολιτική συνάντηση. Η ταξική μεροληψία των πολιτικών υποκειμένων εγγράφεται στη μετατόπιση της εκάστοτε συγκυρίας προς τη μεριά της αντίστοιχης κοινωνικής τάξης. Η συνεχής ύπαρξη της κοινωνικής σύγκρουσης στο εσωτερικό του κοινωνικού σχηματισμού, αναιρεί οποιαδήποτε αφήγημα εθνικής ενότητας και λαϊκού μετώπου. Η πολιτική πρακτική έγκειται στη συγκρότηση πολιτικών συλλογικών υποκειμένων με ταξική μεροληψία και ταξική συνάφεια, προκειμένου να υπάρξει σχεδιασμός της σύγκρουσης και η ικανότητά της να ανταποκρίνεται αποτελεσματικά στα επίδικα της εκάστοτε συγκυρίας.

Βιβλιογραφία

Αλτουσέρ, Λ. (1994), Φιλοσοφικά. Αθήνα: Πολίτης.
Althusser, L. (1999), Machiavelli and Us. London and New York: Verso.
Althusser, L. (2003), Το αντικείμενο του Κεφαλαίου, στο Althusser L. κ.ά., Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Althusser, L. (2003), The Humanist Controversy. London and New York: Verso.
Αλτουσέρ, Λ. (2004), Το υπόγειο ρεύμα του υλισμού της συνάντησης. Θέσεις, τ. 88: 86-93.
Althusser, L. (2006), Philosophy of the Encounter. Later Writings 1978-87. London, New York: Verso.
Balibar, E. (2010), Ο φόβος των μαζών. Σπινόζα, Μαρξ, Φουκώ. Αθήνα: Πλέθρον.
Balibar, E. (2011), Εσχατολογία/Τελεολογία. Ένας φιλοσοφικός διάλογος σε εκκρεμότητα και το διακύβευμα του σήμερα, Σύγχρονα θέματα, τ. 115: 49-60.
Balibar, E. (2014), Από τη Φιλοσοφική Ανθρωπολογία στην Κοινωνική Οντολογία και πάλι πίσω: Τι να κάνουμε με την 6η Θέση του Μαρξ για τον Φόυερμπαχ; στο Μ. Μπαρτσίδης (επιμ.), Διατομικότητα. Κείμενα για μια οντολογία της σχέσης. Αθήνα: Νήσος, 327-378.
Chiesa, L. (2014), Η έννοια του μηνύματος, στο Μ. Μπαρτσίδης (επιμ.), Διατομικότητα. Κείμενα για μια οντολογία της σχέσης. Αθήνα: Νήσος: 437-446.
Foucault, M. (2011), Ιστορία της σεξουαλικότητας, 1. Η βούληση για γνώση. Αθήνα: Πλέθρον.
Jessop, B. (2011), Κρατική εξουσία: μια στρατηγική-σχεσιακή προσέγγιση. Αθήνα: Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου.
Λακάν, Ζ. (1982), Το σεμινάριο, βιβλίο ΧΙ. Οι τέσσερις θεμελιακές έννοιες της Ψυχανάλυσης.Αθήνα: Κέδρος.
Μαρξ, Κ. (1978), Το Κεφάλαιο, τ. 1. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.
Μαρξ, Κ. (1986), Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη. Αθήνα: Θεμέλιο.
Marx, K. (2014), 6η Θέση για τον Φόυερμπαχ, στο Μ. Μπαρτσίδης (επιμ.), Διατομικότητα. Κείμενα για μια οντολογία της σχέσης. Αθήνα: Νήσος.
Μηλιός, Γ., Δημούλης, Δ., Οικονομάκης., Γ. (2005), Η θεωρία του Μαρξ για τον καπιταλισμό. Πλευρές μιας θεωρητικής και πολιτικής ρήξης. Αθήνα: Νήσος.
Morfino, V. (2008), Η προτεραιότητα της συνάντησης επί της μορφής. Θέσεις τ. 103.
Morfino, V. (2014), Ατομίκευση και διατομικότητα. Από τον Σιμοντόν στον Αλτουσέρ, στο Μ. Μπαρτσίδης (επιμ.), Διατομικότητα. Κείμενα για μια οντολογία της σχέσης. Αθήνα: Νήσος: 447-475.
Μπαλιμπάρ, Ε. (1999), Η φιλοσοφία του Μαρξ. Αθήνα: Νήσος.
Μπαρτσίδης, Μ. (2006), Για την έννοια της διατομικότητας, Μπαλιμπάρ και Σπινόζα, Θέσεις τ. 95: 127-146.
Μπαρτσίδης, Μ. (2008), O κόσμος της ζωής και ο κόσμος της ιστορίας. Θέσεις τ. 103: 115-122.
Μπαρτσίδης, Μ. (2014), Εισαγωγή, στο Διατομικότητα. Κείμενα για μια οντολογία της σχέσης. Αθήνα: Νήσος.
Μπραϊντόττι, Ρ. (2014), Νομαδικά υποκείμενα. Ενσωμάτωση και έμφυλη διαφορά στη σύγχρονη φεμινιστική θεωρία. Αθήνα: Νήσος.
Ντέρε, Κ. (2015), Το γερμανικό εργασιακό θαύμα. Μοντέλο για την Ευρώπη; Αθήνα: Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ.
Παπαδάκος, Β. και Φραγκοπούλου, Ζ. (2011), Από τον Φρόυντ στον Λακάν. Εισαγωγή σε δέκα βασικές ψυχαναλυτικές έννοιες. Αθήνα: Νήσος.
Πουλαντζάς, Ν. (1985), Πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις, τ. α΄. Αθήνα: Θεμέλιο.
Πουλαντζάς, Ν. (2008), Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός. Αθήνα: Θεμέλιο.
Σωτήρης, Π. (2006), Ο υλισμός της συνάντησης: αναζητήσεις και αντιφάσεις του ύστερου Αλτουσέρ, περιοδικό Κριτική: Επιστήμη και Εκπαίδευση, τ. 4: 3-20.
Φουρτούνης, Γ. (2007), Ο ύστερος υλισμός του Λ. Αλτουσέρ και η επιστημολογική τομή.Θέσεις τ. 98.
Φουρτούνης, Γ. (2008), Δομή, αστάθμητο και βία στην έννοια του τρόπου παράγωγης. Θέσειςτ. 102.
Fourtounis, G. (2013), An immense aspiration to being: the causality and temporality of the aleatory, στο K. Diefenbach et al. (eds.), Encountering Althusser. Politics and Materialism in Contemporary Radical Thought. London, New York: Bloomsbury: 43-60.
1 «Αυτό που προέχει, σε αυτήν την αντίληψη, δεν είναι τόσο η εκφορά των νόμων, και συνεπώς μιας ουσίας, όσο ο αστάθμητος χαρακτήρας της “εμπέδωσης” [“prise”] αυτής της συνάντησης που προωθεί το συντελεσμένο γεγονός, για το οποίο μπορούμε να διατυπώσουμε νόμους. Μπορούμε να τα πούμε όλα αυτά με διαφορετικό τρόπο: το όλο που προκύπτει από την “εμπέδωση” της “συνάντησης” δεν είναι προγενέστερο, αλλά μεταγενέστερο της “εμπέδωσης” των στοιχείων, και συνεπώς θα μπορούσε να μην “πιάσει” και, πολύ περισσότερο, “η συνάντηση θα μπορούσε να μη λάβει χώρα”», Αλτουσέρ 2004: 88.
2 «Εάν συλλογιστούμε έστω και λίγο ως προς τις προκείμενες αυτής της αντίληψης, θα παρατηρήσουμε ότι θέτει ανάμεσα στη δομή και τα στοιχεία που θεωρείται ότι συνδέει μια πολύ ιδιαίτερη σχέση. […] Τα στοιχεία αυτά δεν υπάρχουν στην ιστορία για να υπάρξει ένας τρόπος παραγωγής· αλλά υπάρχουν σε αυτήν σε “αμφίρροπη” κατάσταση πριν τη “συσσώρευση” και τον “συνδυασμό” τους, καθώς το καθένα συνιστά το προϊόν της δικής του ιστορίας και καθώς κανένα δεν είναι το τελεολογικό προϊόν, είτε των άλλων είτε της ιστορίας τους», Αλτουσέρ 2004: 88.
3 3 «Θα ήταν άλλωστε λάθος να πιστέψουμε ότι αυτή η διαδικασία αστάθμητης συνάντησης περιορίζεται στον αγγλικό δέκατο τέταρτο αιώνα. Συνεχίστηκε πάντα και συνεχίζεται ακόμη σήμερα, όχι μόνο στις χώρες του Τρίτου Κόσμου που είναι το πιο χτυπητό παράδειγμα, αλλά και σε εμάς επίσης, με την απαλλοτρίωση των γεωργικών παραγωγών και το μετασχηματισμό τους σε Ειδικευμένους Εργάτες […] ως μια σταθερή διαδικασία που εγγράφει το αστάθμητο στην καρδιά της επιβίωσης και της ενδυνάμωσης του καπιταλιστικού “τρόπου παραγωγής”», Αλτουσέρ 2004: 90.
4 «Σε αναρίθμητα εδάφια, ο Μαρξ, και ασφαλώς δεν πρόκειται για κάτι τυχαίο, μας εξηγεί ότι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής γεννήθηκε από τη “συνάντηση” ανάμεσα στον “άνθρωπο των σκούδων” και τον προλετάριο που στερείται τα πάντα, πέραν της εργασιακής του δύναμης. “Συνέβη” αυτή η συνάντηση να λάβει χώρα και να “πιάσει”, πράγμα που σημαίνει ότι δεν καταστράφηκε αμέσως μετά την παραγωγή της, αλλά διήρκεσε και έγινε ένα συντελεσμένο γεγονός – το συντελεσμένο γεγονός αυτής της συνάντησης – που προκάλεσε σταθερές σχέσεις […]», Αλτουσέρ 2004: 87.
5 «Ο φόβος της ολίσθησης σε μια θέση που δεν είναι κοινωνικά σεβαστή προωθεί την τάση για μια αποκλειστική αλληλεγγύη ανάμεσα στο μόνιμο προσωπικό. Προκειμένου να διευκρινιστεί τι ακριβώς εννοούμε όταν μιλάμε για αποκλειστική αλληλεγγύη, αναφέρουμε για παράδειγμα τις έρευνες σχετικά με το εργατικό δυναμικό που διεξήγαμε από το 2010 μέχρι το 2012 σε μια αυτοκινητοβιομηχανία στη Νότια Γερμανία με 5.000 υπαλλήλους. Ρωτήσαμε συνολικά 1.442 άτομα από το εργατικό προσωπικό, 618 από το διοικητικό προσωπικό και 262 διευθυντικά στελέχη. Το 51% των εργατών που ρωτήθηκαν εξέφρασαν την άποψη ότι μια κοινωνία που στηρίζει τους πάντες δεν είναι βιώσιμη μακροπρόθεσμα. Το 54% συμμερίζεται την άποψη ότι πρέπει να ασκηθεί μεγαλύτερη πίεση στους μακροχρόνια ανέργους και άνεργες. Μόνο κάποιες μικρές μειοψηφίες απέρριπταν κατηγορηματικά αυτές τις δηλώσεις (βλ. Πίνακα 7 στο Παράρτημα). Ο βαθμός συνδικαλισμού στο εργοστάσιο ήταν πάνω από 90%. Η συμφωνία για τα εν λόγω στοιχεία στο διοικητικό προσωπικό, ακόμα και ανάμεσα στα διευθυντικά στελέχη, ήταν σημαντικά χαμηλότερη σε σχέση με τους εργάτες και εργάτριες στο τμήμα παραγωγής. Αυτοί είναι δείκτες για μια αποκλειστική αλληλεγγύη ανάμεσα στο μόνιμο προσωπικό, το οποίο θέλει να οριοθετείται όχι μόνο σε σχέση με τους/τις “από πάνω”, αλλά και με αυτούς και αυτές που είναι “διαφορετικοί και διαφορετικές” και “από κάτω”. Άνεργοι και άνεργες, οι οποίοι αποτυγχάνουν στα μάτια του μόνιμου προσωπικού να απελευθερωθούν από την εξάρτηση από το κράτος πρόνοιας, πυροδοτούν προφανώς την ανάγκη διακρίσεων και την έλλειψη αλληλεγγύης. Ακόμη και οι ίδιοι/ες οι συνδικαλισμένοι και συνδικαλισμένες εργάτες και εργάτριες που μαστίζονται από το φόβο του υποβιβασμού, τείνουν επίσης να δημιουργούν ανταγωνισμούς στη βάση της εχθροπάθειας» (Κλάους Ντέρε 2015: 30).
_____________
Τεύχος 134, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 2016
http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=1328&Itemid=29

Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2017

Σάσκια Σάσεν: Απόβλητοι της κοινωνίας

  ΙΔΕΕΣ - ΠΑΛΙΕΣ ΚΑΙ ΝΕΕΣ 


του Θανάση Γιαλκέτση *

Γεννημένη στη Χάγη της Ολλανδίας το 1949, η Σάσκια Σάσεν είναι σήμερα καθηγήτρια Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης.

Με αφορμή την έκδοση του βιβλίου της «Expulsions» (Harvard University Press, 2014) η Σάσεν έδωσε στη γαλλική εφημερίδα Liberation τη συνέντευξη που ακολουθεί.
• Υποστηρίζετε ότι η έννοια της ανισότητας δεν επαρκεί για να κατανοήσουμε την παγκόσμια οικονομία. Γιατί;
Η περιγραφή και η ερμηνεία των ανισοτήτων είναι βεβαίως αναγκαίες, αλλά δεν επαρκούν πλέον για να εξηγήσουμε το εξαιρετικό φαινόμενο που εκδηλώνεται σήμερα: όσο περισσότερο μεγαλώνει η ικανότητά μας να δημιουργούμε πλούτο τόσο περισσότερο ακραία γίνεται η φτώχεια.
Δύο δισεκατομμύρια άνθρωποι ζουν μέσα σε μιαν ακραία ανασφάλεια και δεν κατέχουν τίποτε άλλο εκτός από το σώμα τους.
Η μεσαία τάξη φτωχαίνει και οι φτωχότεροι γίνονται όλο και περισσότερο ευάλωτοι.
Η Κίνα έχει βέβαια δημιουργήσει μιαν ευρεία μεσαία τάξη, αλλά ήδη βλέπουμε να αναδύεται ένας σαφής διαχωρισμός ανάμεσα στο 20% αυτής της νέας τάξης που γίνεται όλο και πλουσιότερο και σε εκείνους που παραμένουν σε ένα πολύ μέτριο επίπεδο.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες διατυπώθηκε πρόσφατα μια κριτική σε αυτές τις αυξανόμενες ανισότητες και το βιβλίο του οικονομολόγου Τομά Πικετί «Το κεφάλαιο στον 21ο αιώνα» (Πόλις, 2014), που είχε μεγάλη απήχηση πέρα από τον Ατλαντικό, ήρθε την κατάλληλη στιγμή σε αυτή τη συζήτηση.
Εγώ θέλησα να ερευνήσω άλλες λογικές, περισσότερο αθέατες από θεωρητική άποψη, επειδή είναι από όλους ορατό ότι κάθε οικονομικό και κοινωνικό σύστημα δημιουργεί από μόνο του ανισότητες.
Υπάρχει μια κοινή δυναμική πίσω από τη συνήθη βία του καπιταλισμού;
Οι ανισότητες έγιναν τόσο ισχυρές ώστε μεταφράζονται στην πράξη σε αποβολές (expulsions) κάθε είδους.
Το οικονομικό μας σύστημα δεν ενσωματώνει πλέον αλλά αποβάλλει. Στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, η οικονομία ενσωμάτωσε τους περισσότερους και δημιούργησε μιαν ισχυρή μεσαία τάξη.
Σήμερα, η λογική των ιδιωτικοποιήσεων, της απορρύθμισης και του ανοίγματος των συνόρων που προωθούν οι μεγάλες επιχειρήσεις αναπτύσσει μια δυναμική που αποκλείει.
Σκεφτείτε εκείνες τις αμερικανικές οικογένειες που έχασαν το σπίτι τους με την οικονομική κρίση του 2008 και γενικότερα τους φτωχούς εργαζόμενους που τους έκαναν έξωση επειδή δεν μπορούσαν να πληρώσουν το νοίκι.
Στη Δύση το τρέχον παράδειγμα είναι εκείνο των εργαζομένων με χαμηλά εισοδήματα και των ανέργων που χάνουν την κοινωνική προστασία και το επίδομα ανεργίας.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, 14 εκατομμύρια ζευγάρια πετάχτηκαν έξω από τα σπίτια τους μετά την κρίση του 2008: τα στεγαστικά τους δάνεια είχαν μετατραπεί σε χρηματοπιστωτικά προϊόντα υψηλού κινδύνου.
Είναι επίσης τα εκατομμύρια των αγροτών που εκδιώχθηκαν από τη γη τους εξαιτίας ενός ισχυρού κερδοσκοπικού κινήματος: περισσότερα από 200 εκατομμύρια εκτάρια αποκτήθηκαν από επενδυτές ή από ξένες κυβερνήσεις μετά το 2006.
Κατά κάποιον τρόπο, η Ελλάδα φωτίζει αυτή τη δυναμική. Με τη σκληρότητά τους, τα προγράμματα λιτότητας που επιβλήθηκαν από τους διεθνείς θεσμούς αποβάλλουν μαζικά και γρήγορα τις μεσαίες τάξεις από τη δουλειά τους, από τις κοινωνικές υπηρεσίες και ευρύτερα από την εστία τους.
Το πρόγραμμα λιτότητας της Ευρωπαϊκής Ενωσης υποχρέωσε τα κράτη να πουλούν στη διεθνή αγορά και σε χαμηλές τιμές πολλά από τα δημόσια αγαθά που είχαν αξία. Είναι μια μορφή «οικονομικής εκκαθάρισης».
• Υπάρχει όμως μια κοινή λογική πίσω από τη διαφορετικότητα αυτών των περιπτώσεων;
Υπάρχει μια κοινή λογική αλλά είναι ακόμη αθέατη. Σήμερα δρουν αυτοί που εγώ ονομάζω «αρπακτικούς σχηματισμούς».
Δεν αρκεί πλέον να λέμε ότι τα πολύ πλούσια πρόσωπα σφετερίζονται την περιουσία και την εξουσία.
Εχουμε μάλλον να κάνουμε με οντότητες που περιλαμβάνουν τόσο ανθρώπινα όσο και μη ανθρώπινα στοιχεία, όπως λ.χ. τα χρηματιστηριακά λογισμικά.
Αυτοί οι σχηματισμοί είναι συνενώσεις ισχυρών οικονομικών παραγόντων, αγορών, τεχνολογιών και κυβερνήσεων.
Δεν πρόκειται απλώς για τα πλουσιότερα άτομα και επιχειρήσεις ή για τις πιο ισχυρές κυβερνήσεις.
Αυτοί οι σχηματισμοί ενσωματώνουν κάποια στοιχεία από όλους αυτούς τους κόσμους.
Δεν αρκεί επομένως να εξαλείψουμε τον μεγάλο πλούτο για να καταπολεμήσουμε τις ανισότητες.
Η αναπτυγμένη πολιτική οικονομία μας έχει δημιουργήσει έναν κόσμο στον οποίο η πολυπλοκότητα έχει συχνά την τάση να γεννάει μιαν αρχέγονη ωμότητα.
Για παράδειγμα, η αυξανόμενη πολυπλοκότητα των χρηματοπιστωτικών εργαλείων, που παράγονται από λαμπρούς οικονομολόγους ερευνητές, καταλήγει σε ενυπόθηκα δάνεια υψηλού κινδύνου, που γεννούν μερικά χρόνια αργότερα την αποβολή εκατομμυρίων ανθρώπων από την κατοικία τους.
Η πολυπλοκότητα και η τεχνική πρόοδος υπηρετούν υποθέσεις πρωτόγονης ωμότητας.
Πίσω από τις πρόσφατα χρεωμένες ή πτωχευμένες εξαιτίας της φοροδιαφυγής κυβερνήσεις βρίσκονται η περιουσία και τα πολλαπλασιασμένα κέρδη μεγάλων επιχειρήσεων.
• Προχωράτε τον συλλογισμό σας ως το σημείο να συμπεριλάβετε τους πρόσφυγες, τους φυλακισμένους;
Τα Ηνωμένα Εθνη υπολογίζουν ότι 60 εκατομμύρια πρόσφυγες ή εκτοπισμένοι διατρέχουν τον πλανήτη. Ολοι όσοι είναι αποκλεισμένοι είναι τόσο διαφορετικοί;
Υπάρχει ένα είδος συμμετρίας ανάμεσα σε αυτά τα άτομα και σε εκείνους, για παράδειγμα, που είναι φυλακισμένοι στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Σήμερα, 1 Αμερικανός στους 100 είναι φυλακισμένος.
Μαζί με εκείνους που είναι υπό όρους αποφυλακισμένοι φτάνουν τα 7 εκατομμύρια ανθρώπους. Είναι σαν να έχουν αποβληθεί από τον κόσμο.
Γενικότερα, οι αποβολές δημιουργούν νέες περιοχές, αθέατες μέσα στην υλικότητά τους.
Είναι σαν κρανίου τόποι. Οι φτωχότεροι έχουν ριχτεί σε έναν άλλο χώρο.
Η κατάστασή τους έχει γίνει τόσο κοινότοπη ώστε δεν είναι πλέον ορατή.
Αυτές οι διαδικασίες συντελούνται παντού στον κόσμο, στις χώρες του Νότου καθώς και στις Ηνωμένες Πολιτείες και ήδη στην Ευρώπη.
Αν τις εξετάσουμε συνολικά, αυτές οι διάφορες αποβολές θα μπορούσαν να έχουν μια πιο σημαντική επίπτωση στη διαμόρφωση του κόσμου μας από όση έχει η γρήγορη οικονομική ανάπτυξη της Ινδίας ή της Κίνας.
• Η λογική της αποβολής δεν είναι μόνον οικονομική, αλλά είναι και οικολογική…
Εδώ και πάνω από πενήντα χρόνια, η οικονομία μας είναι τρομερά καταστροφική: η μόλυνση του περιβάλλοντος, το πλαστικό που προκαλεί ασφυξία σε ψάρια και ωκεανούς, η εκμετάλλευση των ορυχείων, η εξόρυξη πετρελαίου από σχιστολιθικά πετρώματα… Ακόμη και στη βιόσφαιρα έχουμε δημιουργήσει διαδικασίες αποβολών.
Μεγάλες εκτάσεις νεκρής γης, θύματα εκπομπών τοξικών αερίων από εργοστάσια ή ορυχεία, έχουν αποβληθεί από την καρποφόρα γη και έχουν λησμονηθεί.
Ολες αυτές οι εκμεταλλεύσεις έγιναν επειδή η βιόσφαιρα κατέχει μιαν αμφιλεγόμενη θέση στην πολιτική μας οικονομία, όχι πολύ διαφορετική από εκείνη της πλειονότητας των πολιτών των εθνών-κρατών. […]

__________

Τρίτη, 13 Ιουνίου 2017

Η πλήρης σειρά του περιοδικού Ο Πολίτης ψηφιοποιημένη, από σήμερα στην ιστοσελίδα των ΑΣΚΙ (Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας)







  aski@askiweb.gr, www.askiweb.eu   


Η πλήρης σειρά του περιοδικού Ο Πολίτης ψηφιοποιημένη, από σήμερα στην ιστοσελίδα των ΑΣΚΙ Συνεχίζοντας την ψηφιοποίηση και ανάρτηση περιοδικών που επηρέασαν καθοριστικά την ελληνική πνευματική, πολιτιστική και πολιτική ζωή στον 20ό αιώνα (η πιο πρόσφατη ανάρτηση είναι εκείνη του περιοδικού Επιθεώρηση Τέχνης), τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ) ανακοινώνουν με χαρά και συγκίνηση, ότι από σήμερα, Δευτέρα 29 Μαΐου 2017, επέτειο του θανάτου του Άγγελου Ελεφάντη (1936-2008), το σύνολο των τευχών του περιοδικού Ο Πολίτης (μηνιαίος και δεκαπενθήμερος) αναρτώνται ψηφιοποιημένα, στο διαδίκτυο, στην ιστοσελίδα των ΑΣΚΙ (www.askiweb.eu).

Το περιοδικό κυκλοφόρησε από το 1976 έως και το 2008, ανά μήνα και (σε δύο περιόδους) ανά δεκαπενθήμερο. Το έργο ψηφιοποίησης του Πολίτη είχε ξεκινήσει ζώντος του εκδότη-διευθυντή του, Άγγελου Ελεφάντη.
 Το έργο συνεχιζόταν όταν ο θάνατος του Α.΄Ελεφάντη ανέστειλε όλες τις διαδικασίες. Στη συνέχεια και με την οικονομική συνδρομή φίλων του περιοδικού, τα ΑΣΚΙ ολοκλήρωσαν την ψηφιοποίηση. Από σήμερα το σύνολο του περιοδικού είναι αναρτημένο στην ιστοσελίδα των ΑΣΚΙ με τεκμηρίωση και σε τεχνολογία που δίνει τη δυνατότητα ψηφιακού ξεφυλλίσματος, ενώ ο χρήστης μπορεί να κατεβάσει ελεύθερα όποια τεύχη θέλει. Το εμβληματικό αυτό περιοδικό έπαιξε καταλυτικό ρόλο στη διαμόρφωση και εξέλιξη των ιδεών της ανανεωτικής αριστεράς στα χρόνια της μεταπολίτευσης. Διευθυνόταν από συντακτική επιτροπή και υπήρξε ένα μαχητικό περιοδικό πολιτικής παιδείας, ζύμωσης και διαπαιδαγώγησης, με κείμενα αναφοράς για την πολιτική, τον πολιτισμό, τη λογοτεχνία. Πρωτίστως με το περιεχόμενο των τευχών του, αλλά και με τις εκδόσεις, τις δημόσιες παρεμβάσεις, τις εκδηλώσεις και τις μαζώξεις του έπαιξε έναν ευρύτερο πολιτικό και μορφωτικό για τις γενιές των αναγνωστών του. 
Ο Πολίτης υπήρξε το επίκεντρο της διανοητικής και πολιτικής δραστηριότητας του Άγγελου Ελεφάντη, μέχρι και τον θάνατό του. Οι δεσμοί των ΑΣΚΙ με τον Άγγελο ήταν στενοί και ακατάλυτοι. Υπήρξε οργανικό μέλος των ΑΣΚΙ (μέλος του Διοικητικού τους Συμβουλίου, διευθυντής της σειράς «Μαρτυρίες») αλλά, πάνω από όλα, ήταν ένας διανοούμενος, ο οποίος, με το πάθος και τη γνώση του, ενέπνευσε και εμψύχωσε τη συλλογικότητα τους. 
Η ανάρτηση του περιοδικού δεν αποτελεί μόνο την απόδοση ενός επιβεβλημένου φόρου τιμής στον εκδότη τους. Τα τεύχη του Πολίτη μπορούν να αποτελέσουν πολύτιμο εργαλείο για πολιτικές, διανοητικές και επιστημονικές αναζητήσεις, που αφορούν τόσο την ιστορία όσο και τη σύγχρονη, πολιτική και πολιτισμική παρέμβαση. 

Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2017

Από τη συνάντηση στο δέσιμο: Η συνάντηση του αστάθμητου υλισμού με τη διατομικότητα


Τεύχος 134, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 2016

ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟ ΔΕΣΙΜΟ:
Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΑΣΤΑΘΜΗΤΟΥ ΥΛΙΣΜΟΥ
ΜΕ ΤΗ ΔΙΑΤΟΜΙΚΟΤΗΤΑ
του Οδυσσέα Αϊβαλή

1. Εισαγωγή

Σε αυτή την εργασία θα περιγράψουμε τις αναλύσεις του αστάθμητου υλισμού και της διατομικότητας. Η υπόθεσή μας είναι ότι υπάρχουν σημαντικά σημεία τομής μεταξύ των δύο επεξεργασιών, οι οποίες άλλωστε έχουν και κοινές ρίζες.
Επίσης, θα προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε την κοινή λογική μεταξύ του αστάθμητου υλισμού και της διατομικότητας, τα σημεία στα οποία αλληλοσυμπληρώνονται οι επεξεργασίες, ώστε με αυτή τη λογική να προσεγγίσουμε εκ νέου τόσο το κοινωνικό όσο και το ατομικό.

2. Αστάθμητος υλισμός

Ο υλισμός του αστάθμητου αποτελεί μια απόπειρα να ξεπεραστεί το επιστημολογικό εμπόδιο του ιστορικισμού και της τελεολογίας της αναγκαιότητας, μέσω της ενδεχομενικότητας των συναντήσεων. Εγγράφεται σε μια γενεαλογία υλισμού που ξεκινά από τη βροχή του Επίκουρου, έως τον Σπινόζα και τον Μαρξ. Κάθε συνάντηση στοιχείων είναι αστάθμητη, θα μπορούσε και να μην είχε συμβεί, επίσης αστάθμητο είναι και το αν η συνάντηση θα δέσει ή όχι, όπως και το αν θα συνεχίσει να αναπαράγεται.
Πριν τη συγκρότηση της δομής υπάρχει το κενό, άπειρα άτομα πέφτουν στο κενό, χωρίς αιτία. Τα στοιχεία προϋπήρχαν απομονωμένα. Σε αντίθεση με τον υλισμό του υποκειμένου, σκιαγραφείται ο υλισμός μιας διαδικασίας, χωρίς υποκείμενο (Althusser 2006: 190). Οι παρεκκλίσεις των στοιχείων προκαλούν συναντήσεις, οι οποίες όταν διαρκούν δημιουργούν μια δομή, έναν κόσμο. Η συνάντηση δεν δημιουργεί τίποτε από την πραγματικότητα, παρέχει στα στοιχεία την πραγματικότητά τους, τα οποία χωρίς την παρέκκλιση και τη συνάντηση δεν θα είχαν υπόσταση. Μετά από τη στιγμή της συγκρότησης της δομής εγκαθιδρύεται το νόημα, είτε με τη μορφή της δομικής αιτιότητας, είτε ως ανάδραση της δομής στη στιγμή της συνάντησης (Αλτουσέρ 1994: 33-34).
Ο υλισμός του αστάθμητου υποδεικνύει την προτεραιότητα της υλικότητας. Μιας υλικότητας με την ευρύτερη δυνατή έννοια, όπως η υλικότητα ενός ίχνους ή της ιδεολογίας. Η πρωταρχικότητα της υλικότητας είναι καθολική, καθετί μπορεί να κυριαρχήσει, η κυριαρχία μετατοπίζεται (Αλτουσέρ 1994: 36-37).
Η εκάστοτε δομή αποτελείται από συναντήσεις στοιχείων με ανεξάρτητες ιστορίες, τα οποία δεν ήταν προδιαγεγραμμένα να συναντηθούν.1
Η συγκρότηση της δομής μετά την αστάθμητη συνάντηση και το αστάθμητο δέσιμο επανακαθορίζεται από συναντήσεις ή αντίστοιχα από απουσίες συναντήσεων σε δύο επίπεδα. Αφενός σε εσωτερικό επίπεδο, ανάμεσα στα στοιχεία της δομής και αφετέρου σε εξωτερικό επίπεδο, καθώς η δομή αποτελεί στοιχείο συναντήσεων με άλλες δομές (για παράδειγμα συνάρθρωση οικονομικού και πολιτικού επιπέδου).
Η αστάθμητη προσέγγιση του υλισμού επιτρέπει να ξεπεραστεί το εμπόδιο της ομοιογενούς συνέχειας του χρόνου, εισάγοντας την ιστορική ασυνέχεια της αστάθμητης συνάντησης. Τα στοιχεία αποτελούνται από ενικές ιστορίες, όπου μέσα από παρεκκλίσεις συναντώνται, χωρίς να έχουν σκοπό να συναντηθούν, αντίστοιχα δένουν χωρίς κάποια προϋπάρχουσα αιτία.2 Ο αστάθμητος δομισμός αναγνωρίζει την ανάδραση της δομής πάνω στη συνάντηση, με την έννοια της επίδρασης που ασκεί η δομή στα στοιχεία που συναντώνται και μετατρέπονται έτσι σε στοιχεία της δομής (Φουρτούνης 2008).
Η διαδικασία της αστάθμητης συνάντησης συνεχίζεται (Αλτουσέρ 2004). Η δομή που προκύπτει από τα στοιχεία που συναντώνται επαναπροσδιορίζεται, διαρκώς, όπως στο παράδειγμα του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής (ΚΤΠ), 3 όπου ο συσχετισμός δυνάμεων μεταβάλλεται μεταξύ των στοιχείων του εκάστοτε κοινωνικού σχηματισμού, αναδεικνύοντας τη θεμελιώδη σημασία της ταξικής πάλης. Η ενδεχομενικότητα της συνάντησης δεν αναιρεί την ανάγκη πολιτικής πρακτικής παρέμβασης, αφού αυτή καθορίζει τη νέα δομή που θα προκύψει ή την αναπροσαρμογή της υπάρχουσας δομής, συνεπώς και τη δομική ιστορία (Φουρτούνης 2007). Αντίστοιχα, η αναπαραγωγή των σχέσεων παραγωγής αποτελεί ένα άθροισμα αστάθμητων συναντήσεων, οι οποίες εγγράφονται στην αντίστοιχη πολιτική συγκυρία.
Η εκάστοτε πολιτική συγκυρία αποτελεί αποτέλεσμα αστάθμητων συναντήσεων. Το αντικείμενο της πολιτικής πρακτικής είναι η μετατόπιση της συγκυρίας στο επίπεδο της ταξικής πολιτικής πάλης (Πουλαντζάς 1985). Η συγκυρία είναι αποτέλεσμα συναντήσεων διαφορετικών κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων, οι οποίες με βάση την ταξική πάλη διαμορφώνουν τον συσχετισμό δυνάμεων. Η μετατόπιση του συσχετισμού δυνάμεων αντίστοιχα, διαμορφώνει τη δομή της πολιτικής πρακτικής και του πολιτικού επιπέδου.
Η σημασία της ταξικής πάλης σε κάθε επίπεδο είναι πρωταρχική για τον αστάθμητο δομισμό. Η συνάντηση είναι συγκρουσιακή, ενώ η δομή που προκύπτει από το δέσιμο είναι επίσης συγκρουσιακή δομή που καθορίζεται από τον συσχετισμό των δυνάμεων που συναντιούνται (Φουρτούνης 2008).
Η πολιτική πρακτική με βάση τον υλισμό του αστάθμητου, αναμετριέται πάντοτε με ένα ήδη διαμορφωμένο πεδίο αλλά επίσης με τον εγγενώς ανοιχτό χαρακτήρα του, ενώ η έννοια του κενού αντιστοιχεί τόσο στον ανοιχτό ορίζοντα των κοινωνικών πρακτικών όσο και στη διαρκή ύπαρξη δυνατοτήτων για νέες πρακτικές και νέες μορφές (Σωτήρης 2006).
Τη λογική της αστάθμητης συνάντησης τη βρίσκουμε επίσης σε διάφορα σημεία στο έργο του Μαρξ. Στην Πρωταρχική Συσσώρευση4 η συνάντηση κατόχων χρήματος και μέσων παραγωγής με τους ελεύθερους εργάτες με τη διπλή έννοια (χωρίς σχέσεις υποτέλειας, αλλά και χωρίς μέσα παραγωγής), έδεσε συγκροτώντας τη συγκρουσιακή δομή του ΚΤΠ (Μαρξ 1978: 739). Προγενέστερα, υπήρξαν συναντήσεις οι οποίες δεν έδεσαν, όπως για παράδειγμα οι Άραβες έμποροι και οι μισθοφόροι της Ρώμης, αναδεικνύοντας την ενδεχομενικότητα της συνάντησης ενικών στοιχείων. Οι αστάθμητες συναντήσεις κατόχων χρήματος και ελεύθερων κατόχων εργατικής δύναμης συνεχίζονται με τη μορφή στοιχείων της δομής του ΚΤΠ, η οποία επιδρά πάνω στις συναντήσεις, καθώς επίσης μεταβάλλεται ανάλογα με την έκβασή τους.
Απαραίτητες προϋποθέσεις για τη συνάντηση που αναπαράγει τη δομή του ΚΤΠ είναι η νομική ισότητα μεταξύ πωλητή και αγοραστή της εργατικής δύναμης καθώς και η πεπερασμένη διάρκεια της συμφωνίας, ώστε να διατηρηθεί η ελευθερία του κατόχου εργασιακής δύναμης (Μαρξ 1978: 180). Η εξέλιξη της συνάντησης, η αναπαραγωγή, η διευρυμένη αναπαραγωγή, η ανατροπή και ο μετασχηματισμός της δομής εξαιτίας της σύγκρουσης είναι αποτέλεσμα του εκάστοτε συσχετισμού δύναμης μεταξύ των στοιχείων του κεφαλαίου και της εργασίας, έγκειται λοιπόν στην προτεραιότητα της ταξικής πάλης.
Η σχέση ταξικής θέσης και ταξικής ταυτότητας αποτελεί επίσης ένα πεδίο αστάθμητης διάρθρωσης, ενώ ο όρος της ταξικής συνάφειας συμπυκνώνει τις συγκεκριμένες μορφές πολιτικής δράσης ή αδράνειας αντίστοιχα (Jessop 2011: 132).
Αντίστοιχο σημείο αστάθμητης λογικής συναντάμε στην 18η Μπρυμαίρ, στο διάσημο απόσπασμα που περιγράφεται ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι δημιουργούν την ιστορία τους. Οι συνθήκες μέσα στις οποίες δρουν δεν έχουν επιλεγεί από τους ίδιους (Μαρξ 1986: 15). Οι άνθρωποι διαμορφώνουν την ιστορία όχι όμως στο κενό, αλλά μέσα στο πλαίσιο δομών που επικαθορίζουν τα στοιχεία τους, με βάση τις ενικές ιστορίες τους.
Ο Μακιαβέλι στον Ηγεμόνα επεξεργάζεται την αστάθμητη συγκρότηση του κράτους (Fourtounis 2013: 50). Εάν η πρωταρχική συσσώρευση στο Κεφάλαιο αποτελεί τη συνάντηση που δένει και συγκροτεί τον ΚΤΠ, ο Ηγεμόνας περιγράφει την αντίστοιχη συνάντηση προκειμένου να συγκροτηθεί το εθνικό κράτος. Τα στοιχεία, αρετή και τύχη, συναντώνται στο κενό, ενώ ο Ηγεμόνας αποτελεί τη δομή που προκύπτει (Αλτουσέρ 1994: 130-131). Ο Ηγεμόνας είναι το αποτέλεσμα ενός συνδυασμού των στοιχείων της αρετής, της ευκαιρίας και της τύχης.
Το συμβάν που προκύπτει από τη συνάντηση της αρετής, της τύχης και της ενεργητικότητας, αποτελεί την ενδεχομενική εκκίνηση ενός μετασχηματισμού χωρίς προβλέψιμο τέλος. Πρόκειται για ένα συμβάν που συμβαίνει στο κενό του χρόνου. Η δράση γίνεται δυνατή μέσα στο κενό, δένοντας τα στοιχεία (Balibar 2011).

3. Ο αστάθμητος υλισμός στα πρώιμα έργα του Αλτουσέρ

Αν και η ρητή επεξεργασία του αστάθμητου υλισμού γίνεται από τον Αλτουσέρ στο κείμενο για το υπόγειο ρεύμα του υλισμού της συνάντησης (Althusser 2006), υπάρχουν επεξεργασίες σχετικά με τη λογική της συγκυρίας και της ενδεχομενικότητας και στα προγενέστερα έργα του (Σωτήρης 2011). Με την ανάγνωση του αστάθμητου δομισμού, ο ασταθμητισμός συναρθρώνεται με τον δομισμό, δηλαδή η σχέση της δομικής αιτιότητας με την ενδεχομενικότητα.
Όπως είδαμε, στις επεξεργασίες για την πολιτική θεωρία του Μακιαβέλι, η αστάθμητη συνάντηση Τύχης και Αρετής συγκροτεί τη νέα δομή του έθνους-κράτους. Η μορφή μιας ευνοϊκής συνάντησης είναι δυνατόν να σχηματιστεί μεταξύ δύο όρων, όπως για παράδειγμα μεταξύ των αντικειμενικών συνθηκών της συγκυρίας και των υποκειμενικών συνθηκών της αρετής (Althusser 1999: 74). Οι μορφές των συναντήσεων καθορίζονται από την αντιστοιχία ή μη της “Fortuna” και της συγκυρίας. Η ενδεχομενικότητα της συνάντησης έγκειται στο δέσιμο των στοιχείων της συγκυρίας.
Νωρίτερα, στις επεξεργασίες του Αλτουσέρ για τον ιστορικό χρόνο, συναντάμε την κριτική στην ιστορικιστική εγελιανή προσέγγιση της συνέχειας και της ομοιογένειας του χρόνου. Η εγελιανή κοινωνική ολότητα θα επέτρεπε μια «τομή ουσίας», μια κάθετη τομή του ιστορικού χρόνου στο παρόν, η οποία θα επέτρεπε στα στοιχεία του όλου να βρίσκονται σε άμεση σχέση μεταξύ τους, εκφράζοντας άμεσα την εσωτερική τους ουσία (Αλτουσέρ 2003: 307).
Για τον Αλτουσέρ κάθε επίπεδο έχει τον δικό του χρόνο, χαρακτηρίζεται από σχετική αυτονομία μέσα στο όλο, με έναν ορισμένο τρόπο συνάρθρωσης εντός του όλου (Αλτουσέρ 2003: 315). Η διαφοροποίηση με την ιστορικιστική προσέγγιση του χρόνου έγκειται στο ότι η «τομή ουσίας» σε ένα επίπεδο, δεν αντιστοιχεί με κάποια τομή των άλλων επιπέδων, καθώς το κάθε επίπεδο χαρακτηρίζεται από τους δικούς του ρυθμούς. Η δομή του όλου συναρθρώνει τα επίπεδα μέσα από τη συνύπαρξη μιας παρουσίας επιπέδων με απουσίες άλλων επιπέδων αντίστοιχα, ακυρώνοντας την έννοια της συγχρονικότητας (Αλτουσέρ 2003: 321-322).
Η δομή χαρακτηρίζεται από τη μη-συγχρονικότητα, από την πολλαπλή χρονικότητα. Η δομή ενέχει την ενδεχομενικότητα, ως αποτέλεσμα συναντήσεων ιστοριών και ρυθμών, αστάθμητα μεταβαλλόμενων (Morfino 2014: 465).

4. Η έννοια της διατομικότητας

Η διατομική προσέγγιση επιτρέπει να συλληφθεί η παραγωγή του ατόμου και η συγκρότηση της κοινωνίας ως ενιαία και ταυτόχρονη διαδραστική διαδικασία. Το άτομο προσεγγίζεται ως μια ανοιχτή σχέση καθορισμού αλλά και ως μια σχέση δημιουργική. Το άτομο δεν είναι δεδομένο εκ των προτέρων και αφηρημένο, αλλά παράγεται και κατασκευάζεται. Επίσης, δεν είναι το μέρος στο οποίο κατοικεί μια ουσία, η οποία είναι η ουσία του όλου (Μπαρτσίδης 2006).
Οι δύο θέσεις της διατομικής προσέγγισης συνοψίζονται πρώτον, στην προτεραιότητα της διαδικασίας ατομίκευσης έναντι του ατόμου και δεύτερον, στην προτεραιότητα της σχέσης ως προς τα στοιχεία της. Η έννοια της μετασταθερής ισορροπίας που περιγράφει τη διαδικασία ατομίκευσης, προσδιορίζει τις συνθήκες ασταθούς ισορροπίας μέσα στις οποίες πραγματοποιείται η συγκρότηση του ατόμου. Οι συνθήκες της διατομικής συγκρότησης είναι συνθήκες έντασης και ενδεχομενικότητας, ενώ η χρονικότητα δεν είναι στιγμιαία, αλλά συνεχής δραστηριότητα, αφήνοντας χωρικό και χρονικό περιθώριο μετασχηματισμού της ατομίκευσης. Το διατομικό ορίζεται ως συνάρθρωση σχέσεων που συγκροτούν συγχρόνως την ψυχική και τη συλλογική ατομίκευση (Morfino 2014: 448-452).

Η διατομικότητα ως αστάθμητη συνάντηση

Στην έκτη θέση για τον Φόυερμπαχ ο Μαρξ προσεγγίζει την ανθρώπινη ουσία ως το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων (Marx 2014: 161). Αντίστοιχα, η έννοια της διατομικότητας αναλύει τη συγκρότηση της ατομικότητας ως σχεσιακής διαδικασίας, δηλαδή ως αποτέλεσμα και διαδικασία κοινωνικών σχέσεων. Οι συναντήσεις μπορούν να ειδωθούν ως αστάθμητες διατομικές δράσεις, εγγενείς στην ιστορική διαδικασία (Balibar 2014: 361). Σε αντίθεση με την ατομιστική και την ολιστική οπτική (προτεραιότητα ατόμου και όλου αντίστοιχα), η διατομική προσέγγιση μετατοπίζει το ερώτημα στη σχέση, στον χώρο ανάμεσα στα άτομα, που δημιουργείται από το σύνολο των αλληλεπιδράσεών τους (Μπαλιμπάρ 1999: 53-54).
Η διεργασία της ατομίκευσης είναι ακαθόριστη (Μπαρτσίδης 2014: 70), αποτέλεσμα αστάθμητων συναντήσεων που συγκροτούν σχεσιακά το άτομο. Η οντότητα είναι προϊόν συνάντησης, χωρίς τα στοιχεία της να προδιαγράφουν το αποτέλεσμα που θα προκύψει (Morfino 2008).
Για τον Σπινόζα, η σύγκρουση των διαθέσεων είναι αποτέλεσμα συναντήσεων ανάμεσα στη συνθετότητα του σώματος και τη συνθετότητα των σχέσεων με άλλα σώματα. Η αγάπη και το μίσος προσεγγίζονται ως αλληλουχίες συναισθημάτων που ενισχύονται από την επανάληψη των συναντήσεων (Balibar 2010: 72). Ο ενσώματος υλισμός του Σπινόζα αντιλαμβάνεται τον ενσώματο εαυτό ως διαδικασία μετασχηματισμού στη συνάντηση με τον Άλλο. Το σώμα αποτελεί σημείο διεπαφής του βιολογικού, του συμβολικού και του κοινωνικού. Η ενσωματότητα του υποκειμένου, μέσα από τις σχέσεις με άλλα σώματα, επηρεάζει και επηρεάζεται, αποτελώντας πεδίο μετασχηματισμών στο πλαίσιο συλλογικοτήτων (Μπραϊντόττι 2014: 14-15). Η έμφυλη ταυτότητα και η σεξουαλικότητα συγκροτούνται κοινωνικά μέσα από κοινωνικές σχέσεις πρακτικές.
Παρόμοιες συναντήσεις συγκροτούν την αλυσίδα σημαινόντων του Πραγματικού. Το Πραγματικό, στην αλυσίδα των σημαινόντων, αποτελεί το κενό ανάμεσα στα σημαίνοντα όπου διαλύεται η σημασία, ενώ δημιουργούνται νέες σημασίες. Το Πραγματικό αποτελεί τον τόπο και τον χρόνο της ελλιπούς συνάντησης, η στιγμή της τύχης (Παπαδάκος και Φραγκοπούλου 2011: 107). Η λειτουργία του Πραγματικού μέσα στην επανάληψη περιγράφει τις σχέσεις του υποκειμένου με την κατάστασή του. Το Πραγματικό αποτελεί συνάντηση, που καθορίζεται από τη λειτουργία της τύχης, μια συνάντηση που μπορεί να αποτύχει, να μη δέσει. Το Πραγματικό παίρνει τη μορφή του τραύματος, όταν επισυμβαίνει η συγκρουσιακή αντίθεση της αρχής της ευχαρίστησης με την αρχή της πραγματικότητας (Λακάν 1982: 77). Η αποτυχημένη συνάντηση αναδεικνύει τη θέση του Πραγματικού που μετατρέπει το τραύμα σε φαντασίωση (Λακάν 1982: 83).
Αντίστοιχα, το ασυνείδητο διατομικό, ως ο εμμενής Άλλος, αποφασίζει το αληθινό νόημα της εκφερόμενης γλώσσας, ή αλλιώς το ασυνείδητο είναι ο λόγος του Άλλου (Chiesa 2014: 441). Στο ασυνείδητο υπάρχει ένα διατομικό στοιχείο, ενώ τα δρώντα αποτελέσματα του ασυνείδητου εμφανίζονται στο άτομο (Αλτουσέρ 1991).
Το αποτέλεσμα της υποκειμενικότητας παράγεται με διαφορετικό τρόπο εντός των διαφορετικών τύπων λόγου, ιδεολογικού, επιστημονικού, ασυνείδητου (Morfino 2014: 466). Η θέση του υποκειμένου διαφέρει, το ιδεολογικό υποκείμενο για παράδειγμα συμμετέχει στον ιδεολογικό λόγο, αποτελεί ένα καθορισμένο σημαίνον του λόγου. Αντίθετα, το υποκείμενο του ασυνείδητου λόγου απουσιάζει από το λόγο, ενώ ένα σημαίνον «κρατάει τη θέση του» στην αλυσίδα των σημαινόντων (Althusser 2003: 48-49).
Το διατομικό ως τόπος συγκρότησης του ατομικού και του κοινωνικού, αποτελείται από τη συνάρθρωση του ιδεολογικού λόγου και του λόγου του ασυνείδητου (Morfino 2014: 467). Για παράδειγμα, οι λειτουργίες που αναλαμβάνονται από φορείς, στο οικονομικό, πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο, εξασφαλίζονται από την έγκλιση των υποκειμένων από την ιδεολογία, όμως είναι εξίσου απαραίτητο το ασυνείδητο αποτέλεσμα, ώστε η λειτουργία να εξασφαλιστεί μέσα στην παραγνώριση (Althusser 2003: 51-52).


5. Η συνάντηση αστάθμητου δομισμού και διατομικότητας

Τα κοινά σημεία της λογικής του αστάθμητου δομισμού με τη διατομικότητα μας επιτρέπουν να συνδυάσουμε τις δύο επεξεργασίες, προκειμένου να συγκροτήσουμε ένα μεθοδολογικό πλαίσιο ανάλυσης. Για παράδειγμα, η κοινωνία αποτελεί για τη διατομική προσέγγιση ένα άκεντρο σύστημα σχέσεων, πολύπλοκο και διαστρωματωμένο. Οι δύο θέσεις της διατομικής προσέγγισης συνοψίζονται πρώτον, στην προτεραιότητα της διαδικασίας ατομίκευσης έναντι του ατόμου και δεύτερον, στην προτεραιότητα της σχέσης ως προς τα στοιχεία της. Η έννοια της μετασταθερής ισορροπίας που περιγράφει τη διαδικασία ατομίκευσης, προσδιορίζει τις συνθήκες ασταθούς ισορροπίας μέσα στις οποίες πραγματοποιείται η συγκρότηση του ατόμου. Οι συνθήκες της διατομικής συγκρότησης είναι συνθήκες έντασης και ενδεχομενικότητας, ενώ η χρονικότητα δεν είναι στιγμιαία, αλλά συνεχής δραστηριότητα, αφήνοντας χωρικό και χρονικό περιθώριο μετασχηματισμού της ατομίκευσης. Το διατομικό ορίζεται ως συνάρθρωση σχέσεων που συγκροτούν συγχρόνως την ψυχική και τη συλλογική ατομίκευση (Morfino 2014: 454).
Για τον υλισμό του αστάθμητου, μια συγκεκριμένη κοινωνία, ως δομή, συγκροτείται από τις συναντήσεις στοιχείων, τα οποία δεν ήταν προκαθορισμένα να συναντηθούν. Οι συναντήσεις και άρα το αστάθμητο δέσιμο στην κοινωνική δομή εμπεριέχει το στοιχείο της ενδεχομενικότητας. Επίσης, η εξέλιξη, η συνέχεια της κοινωνίας, ή η αντίστοιχη ασυνέχεια, είναι αστάθμητο ενδεχόμενο, καθώς οι σχέσεις μεταξύ των στοιχείων της δομής επαναπροσδιορίζονται συγκρουσιακά. Παράλληλα, η δομή αποτελεί ταυτόχρονα στοιχείο για άλλες δομές, με αντίστοιχες διαδικασίες συνάντησης, όπως για παράδειγμα ένας συγκεκριμένος κοινωνικός σχηματισμός αποτελεί μια δομή με επιμέρους στοιχεία, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί στοιχείο μιας ευρύτερης δομής, ενός υπερεθνικού μηχανισμού, ιμπεριαλιστικής οργάνωσης ή διεθνοποίησης κεφαλαίου.
Αν η διατομικότητα χαρακτηρίζεται από την περίπλοκη συνύφανση σχέσεων, η συνάρθρωσή της με τον αστάθμητο υλισμό οδηγεί στην απόρριψη της σταθερότητας και στην προσέγγιση του διατομικού ως πολύπλοκο δίκτυο συναντήσεων, όπου η πραγματοποίησή τους ή μη είναι δυνατόν να μετασχηματίσει ολόκληρο το πλέγμα, επ’ άπειρον (Morfino 2014: 462).

5.1. Ο κρίκος του κενού

Η ένταξη της έννοιας του κενού στον υλισμό του αστάθμητου και στη διατομικότητα αποτελεί ένα ακόμη κοινό πεδίο των δύο επεξεργασιών. Στη βροχή του Επίκουρου, τα άτομα πέφτουν παράλληλα στο κενό και με παρεκκλίσεις που δεν ήταν προκαθορισμένες, συναντιούνται. Για τη διατομική προσέγγιση, το άτομο συγκροτείται στον χώρο μεταξύ του ατόμου και των άλλων ατόμων, στο κενό μεταξύ ατόμων που σχετίζονται.
Η έννοια του κενού και η αντίστοιχη λογική, είναι καθοριστική στη διατύπωση μιας αφήγησης που αντιπαρατίθεται στον μηχανικιστικό υλισμό και στον τελεολογικό ιδεαλισμό, χωρίς να είναι σαφής η διάκριση μεταξύ τους.
Η ενδεχομενικότητα του κενού, ο μη προκαθορισμένος χαρακτήρας μιας δομής που προκύπτει και ενός ατόμου που συγκροτείται, είναι ο κρίκος που ενώνει την αστάθμητη με τη διατομική λογική. Όπως επίσης ενδεχομενικό είναι το αν και με ποιο τρόπο η δομή και το άτομο αντίστοιχα θα αναπαράγεται ως έχει ή αν θα μετασχηματιστεί σε κάτι καινούριο, εξαιτίας αστάθμητων συναντήσεων.

5.2. Η σχεσιακή ρίζα

Κοινός υπόγειος τόπος των δύο λογικών είναι η σχεσιακή προσέγγιση. Αν στη διατομικότητα γίνεται ρητά, με τη συγκρότηση της ατομικότητας μέσα από κοινωνικές σχέσεις, στον αστάθμητο υλισμό υπάρχει υπόρρητα.
Οι συναντήσεις που δένουν, αποτελούν συγκρουσιακές σχέσεις μεταξύ των στοιχείων. Τόσο πριν το δέσιμο, όσο και μετά, στην αναπαραγωγή ή στον μετασχηματισμό της συγκροτημένης δομής, τα στοιχεία σχετίζονται μέσω συναντήσεων, ενώ ο αντίστοιχος συσχετισμός δυνάμεων τη στιγμή της εκάστοτε σύγκρουσης καθορίζει το αποτέλεσμα της συνάντησης.
Η γενεαλογία της σχεσιακής προσέγγισης περνά από τις αναλύσεις του Μαρξ για το κεφάλαιο ως σχέση (Μαρξ 1978) και όπως είδαμε για την ανθρώπινη ουσία ως σύνολο κοινωνικών σχέσεων. Στην ίδια λογική, βρίσκουμε τη σχεσιακή ανάλυση της εξουσίας από τον Foucault (2011), ως δράσεις επί δράσεων και την ανάλυση του κράτους από τον Πουλαντζά (1978) ως συμπύκνωση του συσχετισμού δύναμης.
Το κεφάλαιο για τον Μαρξ είναι η σχέση καπιταλιστικής οικονομικής εκμετάλλευσης και εξουσίας, η οποία τίθεται σε κίνηση μέσω του χρήματος. Η υπεραξία αντίστοιχα, νοείται ως μια ιδιαίτερη κοινωνική σχέση, ως η ειδικά καπιταλιστική εκμετάλλευση (Μηλιός, Δημούλης, Οικονομάκης 2005: 82). Η χρηματική μορφή αποτελεί την υλική ενσάρκωση των κοινωνικών σχέσεων που χαρακτηρίζουν τον ΚΤΠ (Μηλιός, Δημούλης, Οικονομάκης 2005: 74).
Ο Φουκώ, περιγράφοντας έμμεσα τη σχεσιακή προσέγγιση, θα ορίσει την εξουσία ως πολλαπλότητα σχέσεων δύναμης. Συνθήκη δυνατότητας της εξουσίας αποτελεί το ασταθές πεδίο των σχέσεων δύναμης, ενώ διαχέεται παντού επειδή παράγεται διαρκώς, σε κάθε σχέση ενός σημείου με κάποιο άλλο σημείο (Foucault 2011: 109-110).


6. Ο αστάθμητος δομισμός ως ανανέωση της πολιτικής πρακτικής

Η λογική του αστάθμητου οδηγεί σε επαναπροσέγγιση τόσο της πολιτικής θεωρίας όσο και της πρακτικής (Σωτήρης 2006). Αν η πολιτική πρακτική γίνεται αντιληπτή ως η δυνατότητα μεταβολής του συσχετισμού δύναμης στη συγκεκριμένη συγκυρία, με ανοικτό αποτέλεσμα, αναδεικνύεται η προτεραιότητα της αντίθεσης κεφαλαίου εργασίας.
Με την προσέγγιση του αστάθμητου δομισμού η «ανοικτότητα» ή η ενδεχομενικότητα του αποτελέσματος της σύγκρουσης δεν προσιδιάζει στην τυχαιότητα και άρα σε μια σχετικιστική προσέγγιση. Αντίθετα, η ανάδραση της δομής, η επίδραση για παράδειγμα του ιδεολογικού επιπέδου στην πολιτική πρακτική, επιδρά στον καθορισμό της εκάστοτε συνάντησης.
Πιο συγκεκριμένα, θα χρησιμοποιήσουμε το παράδειγμα των εργασιακών σχέσεων ως συγκρουσιακών συναντήσεων μεταξύ εργατικής και αστικής τάξης, στο οικονομικό επίπεδο, τα αποτελέσματα των οποίων συμπυκνώνονται (μεταξύ άλλων τόπων) στο εργατικό δίκαιο του (εκάστοτε) κοινωνικού σχηματισμού. Βλέπουμε έτσι σε μία δεδομένη χρονική συγκυρία, στον ίδιο κοινωνικό σχηματισμό, να διαφοροποιούνται οι εργασιακές σχέσεις ανά κλάδο ανάλογα με το βαθμό συνδικαλισμού των εργαζομένων στον αντίστοιχο κλάδο (χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Γερμανίας5 ).
Επομένως, παράμετροι όπως ο συνδικαλισμός και η ποιότητά του, για παράδειγμα η ένταξη στα συνδικάτα μεταναστών εργατών και επισφαλώς εργαζόμενων, ή η αλληλεγγύη μεταξύ εργατών, καθορίζουν την έκβαση της σύγκρουσης και αντίστοιχα επενεργούν στην έκβαση της συγκυρίας.
Η κοινωνική δομή επιδρά πάνω στη σύγκρουση με τον βαθμό στον οποίο οι ταξικοί αγώνες (ή η απουσία τους αντίστοιχα), εγγράφονται μέσω του πολιτικού επιπέδου στο εργατικό δίκαιο. Αντίστοιχα ο βαθμός επίδρασης της κυρίαρχης ιδεολογίας στις εργαζόμενες τάξεις, αντανακλάται στο βαθμό εμπλοκής στη σύγκρουση. Για παράδειγμα η υιοθέτηση της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας περί ατομικής λύσης μέσω του ανταγωνιστικού «ατομικού κεφαλαίου» και της αντίστοιχης απαξίωσης των συλλογικών συνδικαλιστικών αγώνων, είναι δυνατόν να οδηγήσει σε εκτεταμένες τάσεις αποσυνδικαλισμού.

7. Συμπεράσματα

Διαμορφώνεται ένα κοινό πεδίο αναλύσεων μεταξύ του αστάθμητου υλισμού και της διατομικότητας. Επιπλέον, σε αρκετά σημεία οι αναλύσεις αλληλοσυμπληρώνονται ως προς τη σχέση ατομικού - κοινωνικού.
Η χρησιμότητα αυτών των επεξεργασιών και η σύνθεσή τους σε ένα κοινό πλαίσιο, ενισχύει την επαναπροσέγγιση τόσο του κοινωνικού όσο και του ατομικού. Αν τρόποι παραγωγής και άτομα συγκροτούνται μέσα από αστάθμητες συγκρουσιακές συναντήσεις, τα συμπεράσματα που εξάγονται είναι σημαντικά, σε πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο. Καταρρίπτεται η ιστορικιστική, μηχανιστική αντίληψη για την προκαθορισμένη εξέλιξη της ιστορίας, όπως και το νεοφιλελεύθερο ιδεολόγημα της μη ύπαρξης εναλλακτικής από το υπάρχον κοινωνικό σύστημα. Αποδομείται η ουσιοκρατική προσέγγιση του ατόμου, το άτομο συγκροτείται μέσα σε κοινωνικές σχέσεις, δεν καθορίζεται από μια ανθρώπινη ουσία. Αντίστοιχα ασκείται ριζική κριτική στη φιλελεύθερη και νεοφιλελεύθερη προσέγγιση του εξατομικευμένου ανθρώπου, που από τη φύση είναι ανταγωνιστικός προκειμένου να επιβιώσει.
Η σημασία της πολιτικής επανακαθορίζεται στην οργάνωση της στρατηγικής στην ταξική πάλη, ως συγκρουσιακή πολιτική συνάντηση. Η ταξική μεροληψία των πολιτικών υποκειμένων εγγράφεται στη μετατόπιση της εκάστοτε συγκυρίας προς τη μεριά της αντίστοιχης κοινωνικής τάξης. Η συνεχής ύπαρξη της κοινωνικής σύγκρουσης στο εσωτερικό του κοινωνικού σχηματισμού, αναιρεί οποιαδήποτε αφήγημα εθνικής ενότητας και λαϊκού μετώπου. Η πολιτική πρακτική έγκειται στη συγκρότηση πολιτικών συλλογικών υποκειμένων με ταξική μεροληψία και ταξική συνάφεια, προκειμένου να υπάρξει σχεδιασμός της σύγκρουσης και η ικανότητά της να ανταποκρίνεται αποτελεσματικά στα επίδικα της εκάστοτε συγκυρίας.

Βιβλιογραφία

Αλτουσέρ, Λ. (1994), Φιλοσοφικά. Αθήνα: Πολίτης.
Althusser, L. (1999), Machiavelli and Us. London and New York: Verso.
Althusser, L. (2003), Το αντικείμενο του Κεφαλαίου, στο Althusser L. κ.ά., Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Althusser, L. (2003), The Humanist Controversy. London and New York: Verso.
Αλτουσέρ, Λ. (2004), Το υπόγειο ρεύμα του υλισμού της συνάντησης. Θέσεις, τ. 88: 86-93.
Althusser, L. (2006), Philosophy of the Encounter. Later Writings 1978-87. London, New York: Verso.
Balibar, E. (2010), Ο φόβος των μαζών. Σπινόζα, Μαρξ, Φουκώ. Αθήνα: Πλέθρον.
Balibar, E. (2011), Εσχατολογία/Τελεολογία. Ένας φιλοσοφικός διάλογος σε εκκρεμότητα και το διακύβευμα του σήμερα, Σύγχρονα θέματα, τ. 115: 49-60.
Balibar, E. (2014), Από τη Φιλοσοφική Ανθρωπολογία στην Κοινωνική Οντολογία και πάλι πίσω: Τι να κάνουμε με την 6η Θέση του Μαρξ για τον Φόυερμπαχ; στο Μ. Μπαρτσίδης (επιμ.), Διατομικότητα. Κείμενα για μια οντολογία της σχέσης. Αθήνα: Νήσος, 327-378.
Chiesa, L. (2014), Η έννοια του μηνύματος, στο Μ. Μπαρτσίδης (επιμ.), Διατομικότητα. Κείμενα για μια οντολογία της σχέσης. Αθήνα: Νήσος: 437-446.
Foucault, M. (2011), Ιστορία της σεξουαλικότητας, 1. Η βούληση για γνώση. Αθήνα: Πλέθρον.
Jessop, B. (2011), Κρατική εξουσία: μια στρατηγική-σχεσιακή προσέγγιση. Αθήνα: Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου.
Λακάν, Ζ. (1982), Το σεμινάριο, βιβλίο ΧΙ. Οι τέσσερις θεμελιακές έννοιες της Ψυχανάλυσης. Αθήνα: Κέδρος.
Μαρξ, Κ. (1978), Το Κεφάλαιο, τ. 1. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.
Μαρξ, Κ. (1986), Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη. Αθήνα: Θεμέλιο.
Marx, K. (2014), 6η Θέση για τον Φόυερμπαχ, στο Μ. Μπαρτσίδης (επιμ.), Διατομικότητα. Κείμενα για μια οντολογία της σχέσης. Αθήνα: Νήσος.
Μηλιός, Γ., Δημούλης, Δ., Οικονομάκης., Γ. (2005), Η θεωρία του Μαρξ για τον καπιταλισμό. Πλευρές μιας θεωρητικής και πολιτικής ρήξης. Αθήνα: Νήσος.
Morfino, V. (2008), Η προτεραιότητα της συνάντησης επί της μορφής. Θέσεις τ. 103.
Morfino, V. (2014), Ατομίκευση και διατομικότητα. Από τον Σιμοντόν στον Αλτουσέρ, στο Μ. Μπαρτσίδης (επιμ.), Διατομικότητα. Κείμενα για μια οντολογία της σχέσης. Αθήνα: Νήσος: 447-475.
Μπαλιμπάρ, Ε. (1999), Η φιλοσοφία του Μαρξ. Αθήνα: Νήσος.
Μπαρτσίδης, Μ. (2006), Για την έννοια της διατομικότητας, Μπαλιμπάρ και Σπινόζα, Θέσεις τ. 95: 127-146.
Μπαρτσίδης, Μ. (2008), O κόσμος της ζωής και ο κόσμος της ιστορίας. Θέσεις τ. 103: 115-122.
Μπαρτσίδης, Μ. (2014), Εισαγωγή, στο Διατομικότητα. Κείμενα για μια οντολογία της σχέσης. Αθήνα: Νήσος.
Μπραϊντόττι, Ρ. (2014), Νομαδικά υποκείμενα. Ενσωμάτωση και έμφυλη διαφορά στη σύγχρονη φεμινιστική θεωρία. Αθήνα: Νήσος.
Ντέρε, Κ. (2015), Το γερμανικό εργασιακό θαύμα. Μοντέλο για την Ευρώπη; Αθήνα: Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ.
Παπαδάκος, Β. και Φραγκοπούλου, Ζ. (2011), Από τον Φρόυντ στον Λακάν. Εισαγωγή σε δέκα βασικές ψυχαναλυτικές έννοιες. Αθήνα: Νήσος.
Πουλαντζάς, Ν. (1985), Πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις, τ. α΄. Αθήνα: Θεμέλιο.
Πουλαντζάς, Ν. (2008), Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός. Αθήνα: Θεμέλιο.
Σωτήρης, Π. (2006), Ο υλισμός της συνάντησης: αναζητήσεις και αντιφάσεις του ύστερου Αλτουσέρ, περιοδικό Κριτική: Επιστήμη και Εκπαίδευση, τ. 4: 3-20.
Φουρτούνης, Γ. (2007), Ο ύστερος υλισμός του Λ. Αλτουσέρ και η επιστημολογική τομή. Θέσεις τ. 98.
Φουρτούνης, Γ. (2008), Δομή, αστάθμητο και βία στην έννοια του τρόπου παράγωγης. Θέσεις τ. 102.
Fourtounis, G. (2013), An immense aspiration to being: the causality and temporality of the aleatory, στο K. Diefenbach et al. (eds.), Encountering Althusser. Politics and Materialism in Contemporary Radical Thought. London, New York: Bloomsbury: 43-60.
1 «Αυτό που προέχει, σε αυτήν την αντίληψη, δεν είναι τόσο η εκφορά των νόμων, και συνεπώς μιας ουσίας, όσο ο αστάθμητος χαρακτήρας της “εμπέδωσης” [“prise”] αυτής της συνάντησης που προωθεί το συντελεσμένο γεγονός, για το οποίο μπορούμε να διατυπώσουμε νόμους. Μπορούμε να τα πούμε όλα αυτά με διαφορετικό τρόπο: το όλο που προκύπτει από την “εμπέδωση” της “συνάντησης” δεν είναι προγενέστερο, αλλά μεταγενέστερο της “εμπέδωσης” των στοιχείων, και συνεπώς θα μπορούσε να μην “πιάσει” και, πολύ περισσότερο, “η συνάντηση θα μπορούσε να μη λάβει χώρα”», Αλτουσέρ 2004: 88.
2 «Εάν συλλογιστούμε έστω και λίγο ως προς τις προκείμενες αυτής της αντίληψης, θα παρατηρήσουμε ότι θέτει ανάμεσα στη δομή και τα στοιχεία που θεωρείται ότι συνδέει μια πολύ ιδιαίτερη σχέση. […] Τα στοιχεία αυτά δεν υπάρχουν στην ιστορία για να υπάρξει ένας τρόπος παραγωγής· αλλά υπάρχουν σε αυτήν σε “αμφίρροπη” κατάσταση πριν τη “συσσώρευση” και τον “συνδυασμό” τους, καθώς το καθένα συνιστά το προϊόν της δικής του ιστορίας και καθώς κανένα δεν είναι το τελεολογικό προϊόν, είτε των άλλων είτε της ιστορίας τους», Αλτουσέρ 2004: 88.
3 3 «Θα ήταν άλλωστε λάθος να πιστέψουμε ότι αυτή η διαδικασία αστάθμητης συνάντησης περιορίζεται στον αγγλικό δέκατο τέταρτο αιώνα. Συνεχίστηκε πάντα και συνεχίζεται ακόμη σήμερα, όχι μόνο στις χώρες του Τρίτου Κόσμου που είναι το πιο χτυπητό παράδειγμα, αλλά και σε εμάς επίσης, με την απαλλοτρίωση των γεωργικών παραγωγών και το μετασχηματισμό τους σε Ειδικευμένους Εργάτες […] ως μια σταθερή διαδικασία που εγγράφει το αστάθμητο στην καρδιά της επιβίωσης και της ενδυνάμωσης του καπιταλιστικού “τρόπου παραγωγής”», Αλτουσέρ 2004: 90.
4 «Σε αναρίθμητα εδάφια, ο Μαρξ, και ασφαλώς δεν πρόκειται για κάτι τυχαίο, μας εξηγεί ότι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής γεννήθηκε από τη “συνάντηση” ανάμεσα στον “άνθρωπο των σκούδων” και τον προλετάριο που στερείται τα πάντα, πέραν της εργασιακής του δύναμης. “Συνέβη” αυτή η συνάντηση να λάβει χώρα και να “πιάσει”, πράγμα που σημαίνει ότι δεν καταστράφηκε αμέσως μετά την παραγωγή της, αλλά διήρκεσε και έγινε ένα συντελεσμένο γεγονός – το συντελεσμένο γεγονός αυτής της συνάντησης – που προκάλεσε σταθερές σχέσεις […]», Αλτουσέρ 2004: 87.
5 «Ο φόβος της ολίσθησης σε μια θέση που δεν είναι κοινωνικά σεβαστή προωθεί την τάση για μια αποκλειστική αλληλεγγύη ανάμεσα στο μόνιμο προσωπικό. Προκειμένου να διευκρινιστεί τι ακριβώς εννοούμε όταν μιλάμε για αποκλειστική αλληλεγγύη, αναφέρουμε για παράδειγμα τις έρευνες σχετικά με το εργατικό δυναμικό που διεξήγαμε από το 2010 μέχρι το 2012 σε μια αυτοκινητοβιομηχανία στη Νότια Γερμανία με 5.000 υπαλλήλους. Ρωτήσαμε συνολικά 1.442 άτομα από το εργατικό προσωπικό, 618 από το διοικητικό προσωπικό και 262 διευθυντικά στελέχη. Το 51% των εργατών που ρωτήθηκαν εξέφρασαν την άποψη ότι μια κοινωνία που στηρίζει τους πάντες δεν είναι βιώσιμη μακροπρόθεσμα. Το 54% συμμερίζεται την άποψη ότι πρέπει να ασκηθεί μεγαλύτερη πίεση στους μακροχρόνια ανέργους και άνεργες. Μόνο κάποιες μικρές μειοψηφίες απέρριπταν κατηγορηματικά αυτές τις δηλώσεις (βλ. Πίνακα 7 στο Παράρτημα). 
Ο βαθμός συνδικαλισμού στο εργοστάσιο ήταν πάνω από 90%. Η συμφωνία για τα εν λόγω στοιχεία στο διοικητικό προσωπικό, ακόμα και ανάμεσα στα διευθυντικά στελέχη, ήταν σημαντικά χαμηλότερη σε σχέση με τους εργάτες και εργάτριες στο τμήμα παραγωγής. Αυτοί είναι δείκτες για μια αποκλειστική αλληλεγγύη ανάμεσα στο μόνιμο προσωπικό, το οποίο θέλει να οριοθετείται όχι μόνο σε σχέση με τους/τις “από πάνω”, αλλά και με αυτούς και αυτές που είναι “διαφορετικοί και διαφορετικές” και “από κάτω”. Άνεργοι και άνεργες, οι οποίοι αποτυγχάνουν στα μάτια του μόνιμου προσωπικού να απελευθερωθούν από την εξάρτηση από το κράτος πρόνοιας, πυροδοτούν προφανώς την ανάγκη διακρίσεων και την έλλειψη αλληλεγγύης. Ακόμη και οι ίδιοι/ες οι συνδικαλισμένοι και συνδικαλισμένες εργάτες και εργάτριες που μαστίζονται από το φόβο του υποβιβασμού, τείνουν επίσης να δημιουργούν ανταγωνισμούς στη βάση της εχθροπάθειας» (Κλάους Ντέρε 2015: 30).

____________________
http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=1328&Itemid=29