~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
.......................«Πολιτεία που δεν έχει σαν βάση της την παιδεία, είναι οικοδομή πάνω στην άμμο».

Αδαμάντιος Κοραής (1748 – 1833)

γιατρός και φιλόλογος, από τους πρωτεργάτες του νεοελληνικού διαφωτισμού.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

..."Σκέφτομαι πως αυτά τα τρία συστατικά πρέπει νά 'χει η ζωή: το μεγάλο, το ωραίο και το συγκλονιστικό. Το μεγάλο είναι να βρίσκεσαι μέσα στην πάλη για μια καλύτερη ζωή. Όποιος δεν το κάνει αυτό, σέρνεται πίσω απ' τη ζωή. Το ωραίο είναι κάθε τι που στολίζει τη ζωή. Η μουσική, τα λουλούδια, η ποίηση. Το συγκλονιστικό είναι η αγάπη... Νίκος Μπελογιάννης

ΥΦΟΣ

ΥΦΟΣ
ΥΦΟΣ Γράμματα, τέχνες, βιβλίο, πολιτισμός

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

Ζίγκμουντ Μπάουμαν: «Ελπίζω να πεθάνω σοσιαλιστής»

*
Με τον πρόσφατο θάνατο του Πολωνού κοινωνιολόγου και φιλοσόφου Ζίγκμουντ Μπάουμαν (πέθανε στις 9 Ιανουαρίου, στα 91 του χρόνια) σίγησε η φωνή μιας άγρυπνης συνείδησης, ενός από τους κορυφαίους σύγχρονους στοχαστές, ενός κριτικού διανοούμενου που έμεινε ενεργός και εντυπωσιακά παραγωγικός ώς την τελευταία φάση της ζωής του.
Σε ένα παλιότερο βιβλίο του, που είναι καρπός μιας μακράς συζήτησης με τον Αγγλο κοινωνιολόγο Κιθ Τέστερ (Conversations with Zygmunt Bauman, Polity Press, 2001), ο Μπάουμαν συνόψιζε το πολιτικό του «πιστεύω». Στο τελευταίο στάδιο της συζήτησης, ο συνομιλητής του παρατήρησε: «Είναι σαφές ότι παραμένετε ουσιαστικά σοσιαλιστής, αλλά –αν πιστέψουμε ό,τι ακούμε– ο σοσιαλισμός είναι κατάλοιπο μιας εποχής που έχει παρέλθει». Ιδού πώς απάντησε ο Μπάουμαν:
«Χαίρομαι που με χαρακτηρίζετε σοσιαλιστή. Είμαι πράγματι σοσιαλιστής, ή τουλάχιστον ελπίζω ότι είμαι. Κατά τη γνώμη μου, ο κόσμος μας έχει ανάγκη περισσότερο από κάθε άλλη φορά τους σοσιαλιστές, και αυτή η ανάγκη έχει γίνει πολύ πιο ζωτική και επιτακτική μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου.
Η κακή τύχη του καπιταλισμού έγκειται στο γεγονός ότι, για μεγάλο μέρος της ιστορίας του, τον απειλούσε ο κομμουνισμός περισσότερο ως φάντασμα και ως όραμα, ως επαγγελία και απόπειρα, παρά με τη μορφή που είχε στην πραγματικότητα. Αυτό το φάντασμα ήταν εκείνο που προμήθευε τον μηχανισμό “ελέγχου και εξισορρόπησης” τον οποίο ο καπιταλισμός επιθυμούσε και ταυτόχρονα αποστρεφόταν.
Σήμερα αυτός ο μηχανισμός δεν λειτουργεί και δεν διαφαίνεται κάποιος εναλλακτικός μηχανισμός “ελέγχου και εξισορρόπησης”. Χάρη στην απουσία του, ο καπιταλισμός προχωράει χαρούμενος και θριαμβευτής προς την άβυσσο (ο Σουμπέτερ είχε προφητέψει ότι θα έπεφτε στην άβυσσο όταν θα έφτανε στο απόγειο της επιτυχίας του), καλώντας μας να τον ακολουθήσουμε όπως καλούσε ο καπετάνιος Αχαάβ τους ναυτικούς του Μόμπι Ντικ.
»Στις συνομιλίες μας, στοχαστήκαμε για την αναξιοπρέπεια της ταπείνωσης. Τίποτα δεν ταπεινώνει περισσότερο από τη φτώχεια, και καμιά φτώχεια δεν ταπεινώνει περισσότερο από εκείνη που την υφίσταται κάποιος σε ένα περιβάλλον που τείνει προς τον όλο και πιο γρήγορο πλουτισμό. […] Οι ανεξέλεγκτες δυνάμεις της αγοράς δεν μπορούν, ακριβώς επειδή είναι ανεξέλεγκτες, να κάνουν τίποτε άλλο από το να γεννούν πολλή φτώχεια και έναν αυξανόμενο αριθμό φτωχών προσώπων.
»Ο σοσιαλισμός δεν είναι, τουλάχιστον κατά τη δική μου γνώμη, ένα εναλλακτικό μοντέλο κοινωνίας που πρόκειται να αντικαταστήσει το τωρινό σύστημα. Ο σοσιαλισμός είναι ένα ακονισμένο μαχαίρι που προτάσσεται ενάντια στις φανερές αδικίες της κοινωνίας, μια φωνή της συνείδησης που στόχο έχει να αποδυναμώσει την αλαζονεία και τον αυτοθαυμασμό της “ικανοποιημένης πλειοψηφίας”, όπως τη χαρακτήριζε ο Τζον Κένεθ Γκαλμπρέιθ. Είναι μια πρόκληση για την κοινωνία επειδή αμφισβητεί διαρκώς τη σοφία της, αναζητάει εναλλακτικές λύσεις απέναντι στη σημερινή κατάσταση (που είναι μία μόνον από τις πολλές δυνατότητες) και σκέφτεται πιθανά διορθωτικά μέτρα.
»Ο σοσιαλισμός δεν είναι, τουλάχιστον κατά τη δική μου γνώμη, εναντίον οποιουδήποτε μοντέλου κοινωνίας, αρκεί η κοινωνία να ασκεί την ικανότητά της να διορθώνει τις αδικίες και να θεραπεύει τα βάσανα που αυτή η ίδια προξένησε.
»Είναι αντίθετα εναντίον των Πανγκλός αυτού του κόσμου, είτε αυτοί εκφράζονται με τις πυκνές και ριζικές ερμηνείες ενός Φουκουγιάμα –ο οποίος, αφού ανήγγειλε το τέλος των ιστορικών επιλογών, δηλώνει ότι η έκβαση της τελευταίας επιλογής θα είναι ο καλύτερος των δυνατών κόσμων– είτε με την αποδυναμωμένη (αλλά εξίσου δηλητηριώδη) μορφή των υπερασπιστών της θέσης “ό,τι και αν συμβεί, δεν υπάρχει εναλλακτική λύση”. Το να αρνηθούμε αυτό το πλεονέκτημα στον σοσιαλισμό είναι σαν να ρίχνουμε αλάτι στις ανοιχτές και μολυσμένες πληγές της φτώχειας, της μητέρας όλων των ταπεινώσεων.
»Ο σοσιαλισμός είναι “κατάλοιπο μιας εποχής που έχει παρέλθει”; Αν ήταν έτσι, θα έπρεπε να είμαστε ευγνώμονες στην “εποχή που έχει παρέλθει” επειδή μας άφησε ένα τέτοιο κατάλοιπο, όσο της είμαστε ευγνώμονες επειδή μας δώρισε την υπόλοιπη κληρονομιά του πολιτισμού μας. Αλλά δεν είναι έτσι. Οπως ο φοίνικας, ο σοσιαλισμός αναγεννιέται από τις στάχτες που άφησαν τα καμένα όνειρα και οι απανθρακωμένες ελπίδες των ανθρώπων.
»Θα συνεχίσει να αναγεννιέται όσο τα όνειρα καίγονται και οι ελπίδες παραμένουν απανθρακωμένες, όσο η ανθρώπινη ζωή δεν αποκτά την αξιοπρέπεια που της αξίζει και την ευγένεια που, αν διέθετε τη δυνατότητα, θα μπορούσε να φανερώνει. Αν αυτό επαληθευτεί, ελπίζω να πεθάνω σοσιαλιστής.
»Πρέπει όμως να σας εξομολογηθώ και κάτι άλλο. Μια και μιλάμε για υποθετικές πολιτικοϊδεολογικές διαιρέσεις, εκτός από σοσιαλιστής είμαι και φιλελεύθερος. Το να είναι κανείς και σοσιαλιστής και φιλελεύθερος, και να επιθυμεί να μη χάσει καμία από αυτές τις δύο ψυχές, είναι η συνταγή για μια ζωή πλήρη αμφιβολιών και δύσκολων επιλογών, που ποτέ δεν είναι εντελώς εύστοχες.
»Πιστεύω ωστόσο ότι, αν δεν αποστεωθούν σε δόγματα και δεν μετατραπούν σε περίκλειστα οχυρά των χρόνων του πολέμου χαρακωμάτων, το σοσιαλιστικό πρόγραμμα και το φιλελεύθερο πρόγραμμα είναι συμπληρωματικά μάλλον, παρά εναλλακτικά.
»Η εξασφάλιση των μέσων που είναι αναγκαία για την επιβίωση, η εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση του ανθρώπινου δικαιώματος να δοκιμάζουμε και να πραγματώνουμε πλήρως τις δυνατότητές μας, και η ελευθερία, η ικανότητα να δρούμε με βάση αυτό το δικαίωμα, είναι δύο αξίες που δεν μπορούν να παραμένουν ανταλλάξιμες, χωρίς να λύνεται μια για πάντα το πρόβλημα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
»Το γεγονός ότι κατά κανόνα οι σημαντικότεροι φιλελεύθεροι κατέληξαν σε σοσιαλιστικές ιδέες, ενώ ακολουθούσαν ακούραστα την εσωτερική λογική της ελευθερίας ως υπέρτατης αξίας της ζωής, δεν μπορεί να οφείλεται σε μια παρέκκλιση, σε ελαττωματική λογική ή σε προσωπική ασυνέπεια. Αυτό συνέβη στον Τζον Στιούαρτ Μιλ και φαίνεται να συμβαίνει στον Ρίτσαρντ Ρόρτι. […]
»Γνωρίζω πολύ καλά ότι το να πετύχουμε μιαν άψογη και τέλεια ισορροπία μεταξύ δικαιοσύνης και ελευθερίας είναι σαν να πετυχαίνουμε τον τετραγωνισμό του κύκλου. Νομίζω όμως ότι η μοναδική δυνατότητα για τη δικαιοσύνη και την ελευθερία περικλείεται στην αδιάκοπη προσπάθειά μας να τις ισορροπούμε αποφεύγοντας όλα τα υποκατάστατα και περιορίζοντας στο ελάχιστο τις οδύνες που ενυπάρχουν σε κάθε ανταλλαγή. Δεν υπάρχουν απλές λύσεις στο πρόβλημα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Η πιο τρομερή απειλή έγκειται στο να υποθέτουμε ότι οι λύσεις είναι απλές».
____________
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
Ο φόβος ως εργαλείο κυριαρχίας
Επιστροφή στο σκοτεινό παρελθόν;

Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2017

Πέθανε ο καθηγητής Κοινωνιολογίας Ζίγκμουντ Μπάουμαν

ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑ

09.01.2017,

bauman



Πολέμησε ενάντια στους Ναζί μέσα από τον πολωνικό στρατό, 
από τον οποίο αποστρατεύτηκε μετά τον πόλεμο εξαιτίας της αντισημιτικής εκκαθάρισης  
Την τελευταία του πνοή, σε ηλικία 91 ετών, άφησε την Δευτέρα ένας από τους σημαντικότερους στοχαστές των τελευταίων δεκαετιών, ο Πολωνός Ζίγκμουντ Μπάουμαν, ομότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Λιντς.
Πολέμησε ενάντια στους Ναζί μέσα από τον πολωνικό στρατό, από τον οποίο αποστρατεύτηκε μετά τον πόλεμο εξαιτίας της αντισημιτικής εκκαθάρισης. Επηρεασμένος από τον Μαρξ και τον Βέμπερ, αλλά και τους Αντόρνο, Καστοριάδη και Λεβινάς, μελέτησε εμβριθώς τη ρευστότητα της ανθρώπινης ταυτότητας, το Ολοκαύτωμα, το φαινόμενο του καταναλωτισμού και την παγκοσμιοποίηση.
Πέθανε στο σπίτι του στο Λιντς κοντά στην οικογένειά του. Τελευταίο του βιβλίο στα ελληνικά το «Πλούτος και ανισότητα» από τις εκδόσεις Οκτώ.

Παρακάτω δημοσιεύουμε την συνέντευξη που έδωσε στην Εφημερίδα των Συντακτών τον Αύγουστο του 2013, με εξαιρετική επικαιρότητα όμως ακόμα και σήμερα.

• Εχετε δηλώσει ότι στις σημερινές κοινωνίες η οικονομία βρίσκεται πάντα ένα βήμα μπροστά από την πολιτική. Ποιες είναι οι συνέπειες αυτής της δυσαρμονίας;
Στην τωρινή του κατάσταση το κράτος στερείται των μέσων και των πόρων ώστε να εκπληρώσει το καθήκον για αποτελεσματική επιτήρηση και έλεγχο των αγορών, για να μη μιλήσουμε για την αναγκαία ρύθμιση και τον χειρισμό τους. Η εμπιστοσύνη στην ικανότητα του κράτους να ανταποκριθεί βασίζεται στην προϋπόθεση ότι και οι δύο συνθήκες του αποτελεσματικού μάνατζμεντ της κοινωνικής πραγματικότητας –η εξουσία και η πολιτική– βρίσκονται στα χέρια του κράτους, το οποίο πρέπει να είναι κυρίαρχος αφέντης εντός των γεωγραφικών του ορίων: «εξουσία» σημαίνει η ικανότητα να φέρει εις πέρας τις υποθέσεις, ενώ «πολιτική» σημαίνει η ικανότητα να αποφασίζει ποια πράγματα πρέπει να γίνουν.
• Αυτό αφορά τη θεωρία…
Ωστόσο, μέχρι τώρα το κράτος έχει χάσει μεγάλο και αυξανόμενο μέρος από την προηγούμενη πραγματική ή τεκμαρτή εξουσία του (να κάνει πράγματα), η οποία έχει τώρα απαλλοτριωθεί από το υπερ-κράτος, τις παγκόσμιες δυνάμεις, οι οποίες λειτουργούν σε έναν ανεξέλεγκτο πολιτικά «χώρο ροών» (όρος του Μανουέλ Καστέλ), ενώ το πραγματικό βεληνεκές του υφιστάμενου πολιτικού προσωπικού και των κομμάτων δεν κατόρθωσε να υπερβεί τα κρατικά σύνορα. Κάτι που σημαίνει, απλά και καθαρά, ότι τα Οικονομικά, τα επενδυμένα κεφάλαια, οι αγορές εργασίας ή η κυκλοφορία των εμπορευμάτων βρίσκονται εκτός βεληνεκούς των μόνων διαθέσιμων πολιτικών οργανισμών αυτής της περιόδου, οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι με τις λειτουργίες της επιτήρησης και της ρύθμισης [των αγορών]. Είναι η πολιτική που χρονίως πλήττεται από το έλλειμμα εξουσίας, η οποία αντιμετωπίζει την αμφισβήτηση από δυνάμεις που έχουν αυτονομηθεί από τον πολιτικό έλεγχο.
• Πώς μπορούμε να γεφυρώσουμε το χάσμα μεταξύ των ιδιωτικών συμφερόντων και του κοινού καλού σε μια περίοδο οξείας κοινωνικο-οικονομικής κρίσης, όταν κυριαρχούν η αμοιβαία καχυποψία και ο ανταγωνισμός;
Ενας από τους πλέον βασικούς λόγους για την αδυναμία των κυβερνήσεων να τηρήσουν τις υποσχέσεις τους είναι η «η διπλή δέσμευση» την οποία κατά κανόνα αντιμετωπίζουν στις δημοκρατικές χώρες. Ολες τους είναι εκτεθειμένες σε δύο αντιφατικές πιέσεις, με απαιτήσεις που πολύ συχνά είναι αδύνατο να συγκεραστούν. Δεδομένης της απόστασης που χωρίζει τους τόπους απ' όπου προέρχονται οι πιέσεις, το να κοιτούν [οι κυβερνήσεις] και προς τις δύο πλευρές έχει ως πιθανότερο αποτέλεσμα να αλληθωρίσουν παρά να καταλήξουν σε έναν αποδεκτό συμβιβασμό. Η «διπλή δέσμευση» έχει ένα αποτέλεσμα όχι διαφορετικό από εκείνο που έχει ένας ζουρλομανδύας – το αποτέλεσμα και στις δύο περιπτώσεις είναι το ίδιο: ανικανότητα και σοβαρός περιορισμός στις κινήσεις, ιδιαιτέρως στις κινήσεις που γίνονται από τον ίδιο που φορά τον ζουρλομανδύα με δική του πρωτοβουλία, για κάποιο σκοπό που έχει επιλέξει.
• Σε ποιες πιέσεις ακριβώς αναφέρεστε;
Οι δύο πιέσεις που ανέφερα προέρχονται αντίστοιχα από τους εκλογείς που μπορούν να ανεβάζουν και να κατεβάζουν κυβερνήσεις και από την άλλη από δυνάμεις ήδη παγκοσμιοποιημένες, με τη δυνατότητα μετακίνησης χωρίς πολιτικούς περιορισμούς και ικανές να επωφελούνται από πλεονεκτήματα όπως η ελευθερία να αναβάλλουν και τελικά να ακυρώνουν κάθε απόφαση που λαμβάνει η κυβέρνηση ενός κράτους, σε περίπτωση που αυτή δεν συμβαδίζει με τα συμφέροντά τους.
• Εχετε πει ότι η λύση στη σημερινή κρίση της Ευρωπαϊκής Ενωσης θα είναι «μια διαδικασία διαρκούς επανεπινόησης» μέσα σε μια κατάσταση μη αντιστρεπτής παγκοσμιοποίησης. Τι εννοείτε;
Κρίση ονομάζουμε την περίοδο κατά την οποία αποφασίζουμε ποιον δρόμο πρέπει να ακολουθήσουμε για να πάμε μπροστά, την ώρα που στο οπλοστάσιο της ανθρώπινης εμπειρίας φαίνεται να μην έχουν απομείνει αξιόπιστες στρατηγικές από τις οποίες να μπορούμε να διαλέξουμε. Η τωρινή μας κρίση είναι πάνω απ' όλα μια κρίση πολιτικών εκπροσώπων – αν και σε τελευταία ανάλυση πρόκειται για μια κρίση εδαφικής κυριαρχίας. Κάθε τυπικά κυρίαρχη εδαφική οντότητα [κράτος] μπορεί να λειτουργεί στις μέρες μας ως σκουπιδοτενεκές για προβλήματα που έχουν την καταγωγή τους εκτός βεληνεκούς των οργάνων πολιτικού ελέγχου που διαθέτει. Ετσι, υπάρχουν ελάχιστα που μπορεί να κάνει για να σταματήσει αυτή την εξέλιξη, λαμβάνοντας υπόψη τον ελάχιστο όγκο των εξουσιών που έχουν απομείνει στη διάθεσή του. Ορισμένα κράτη, των οποίων ο αριθμός αυξάνεται, υποβιβάζονται πρακτικά σε επίπεδο μιας τοπικής αστυνομίας, η οποία αγωνίζεται να περισώσει ένα μικρό τμήμα «νόμου και τάξης», αναγκαίου ως τροχονόμου για όσους πάνε και έρχονται (στην επικράτειά τους), χωρίς όμως τα ίδια να θέλουν ή να μπορούν να τους ελέγξουν. Πάντως, όσο μεγάλη και εάν είναι η απόσταση ανάμεσα στην κυριαρχία τους de jure και την κυριαρχία τους de facto, όλα τα κράτη είναι αναγκασμένα να αναζητούν τοπικές λύσεις σε προβλήματα που έχουν παγκόσμιες γενεσιουργούς αιτίες – ένα καθήκον που υπερβαίνει την ικανότητα όλων τους, πλην ελαχίστων πλούσιων και εφευρετικών ανάμεσά τους.
• Και η Ευρωπαϊκή Ενωση;
Η Ε.Ε., ως ένα σύνολο εθνών-κρατών επιφορτισμένο καταστατικά με το καθήκον να αντικαταστήσει τον διακρατικό ανταγωνισμό με τη συνεργασία και την αναδιανομή, βρίσκεται σε μια πραγματικά δύσκολη θέση: αποτελεί το εργαστήριο (αν όχι το μοναδικό, τότε σίγουρα επί του παρόντος το πιο προχωρημένο παγκοσμίως) στο οποίο δοκιμάζεται το ποιες μέθοδοι θα χρησιμοποιηθούν για να αντιμετωπιστεί η παρούσα δυσαρμονία μεταξύ [οικονομικής] εξουσίας και πολιτικής. Αναμφίβολα, αυτή είναι η πιο σημαντική από τις τωρινές συμβολές της Ευρώπης στις προοπτικές του πλανήτη να επιβιώσει. Τα σημερινά βάσανα μπορεί να αποδειχτούν οι ωδίνες γέννησης μιας ανθρωπότητας ειρηνικής με τον εαυτό της, η οποία θα μπορεί να βγάλει τα αναγκαία συμπεράσματα από τις απαιτήσεις της νέας και αναντίστρεπτα παγκοσμιοποιημένης κατάστασης.
• Πώς κρίνετε τα διαδοχικά επεισόδια «εκρηκτικής αλληλεγγύης» ή τα συχνά «καρναβάλια αλληλεγγύης», όπως το «Occupy Wall Street» και οι Αγανακτισμένοι;
Με τους θεσμούς του έθνους-κράτους να μην είναι πλέον επαρκείς παίκτες που υπόσχονται να χαράξουν περισσότερο βατά μονοπάτια και να διορθώσουν οδυνηρά λάθη, ποια δύναμη μπορεί να καλύψει την κενή θέση του φορέα της κοινωνικής αλλαγής; Πρόκειται για μια ερώτηση που γίνεται όλο και πιο αμφιλεγόμενη. Βέβαια, δεν λείπουν οι προσπάθειες διερεύνησής της. Υπάρχει πληθώρα προσπαθειών για να βρεθούν νέα όργανα συλλογικής δράσης τα οποία να ταιριάζουν καλύτερα στην αυξανόμενα παγκοσμιοποιούμενη ρύθμιση από τα πολιτικά εργαλεία που επινοήθηκαν και εφαρμόστηκαν στην εποχή της εθνογένεσης μετά τη Συνθήκη της Βεστφαλίας. Εργαλεία που γι' αυτόν τον λόγο έχουν περισσότερες πιθανότητες να κάνουν τη λαϊκή βούληση να καρποφορήσει, πολύ περισσότερο απ' όσο τα φαινομενικά «κυρίαρχα» κρατικά όργανα μπορούν να ονειρευτούν.
• Τέτοια εργαλεία μπορεί να είναι τα νέα κινήματα; Και ποιοι είναι οι πρωταγωνιστές σ' αυτά;
Τέτοιες αναγνωριστικές απόπειρες εξακολουθούν να έρχονται στο προσκήνιο από πολλές γωνιές της κοινωνίας και κυρίως από το «πρεκαριάτο», ένα ραγδαία αυξανόμενο κοινωνικό στρώμα που έχει εμβαπτιστεί και έχει απορροφήσει οτιδήποτε έχει μείνει από το πρώην εργοστασιακό προλεταριάτο μαζί με ακόμα ευρύτερα κομμάτια της μεσαίας τάξης. Η βάση πάνω στην οποία αυτό το στρώμα παραμένει «ενωμένο» μέχρι σήμερα είναι μόνο μια αίσθηση ζωής πάνω σε κινούμενη άμμο ή στους πρόποδες ενός ηφαιστείου. Ενας απ' αυτούς τους συνεχιζόμενους πειραματισμούς, ο οποίος τραβά την προσοχή των ΜΜΕ, είναι ένα φαινόμενο που ονομάστηκε «κίνημα των Αγανακτισμένων» και έχει τις ρίζες του σε ακόμα πιο πολύχρωμες εμπειρίες: από την πλατεία Ταχρίρ μέχρι την πλατεία Ταξίμ μέσω του πάρκου Ζουκότι στη Νέα Υόρκη.
• Ποιο είναι το σύντομο μήνυμα που θα στέλνατε σε μπουκάλι προς το μέλλον;
Να φέρουμε τα πολιτικά μας εργαλεία, τα οποία είναι ακόμα απολύτως τοπικά, στο επίπεδο των δυνάμεων που είναι ήδη παγκόσμιες, έτσι ώστε να μπορέσει η πολιτική για ακόμα μία φορά να ελέγξει τις δυνάμεις που βρίσκονται προσώρας εκτός ελέγχου. Και η Ευρωπαϊκή Ενωση μπορεί ακόμα να αποτελέσει ένα πρώτο βήμα στον δρόμο για την επίτευξη αυτού του στόχου. Είναι αλήθεια ότι έχουν συσσωρευτεί αρκετές αποδείξεις, οι οποίες μας δείχνουν ότι ο κόσμος στον οποίο βρεθήκαμε και τον οποίο καθημερινά αναπαράγουμε -συνειδητά ή ασυνείδητα- μέσω των πράξεών μας δεν είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακός όσον αφορά το πόσο προάγει την αλληλεγγύη. Αλλά δεν λείπουν και οι αποδείξεις που μας δείχνουν ότι το πνεύμα και η δίψα για αλληλεγγύη δεν το βάζουν κάτω. Ξανά και ξανά, αθόρυβα και επίμονα, αυτό το πνεύμα επιστρέφει από την εξορία.
Τάσος Τσακίρογλου

Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2016

Μυρσίνη Ζορμπά, "Το πολιτικό πορτρέτο της Ελλάδας" - "Κρίση και η αποδόμηση του πολιτικού"


ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ 


"Κρίση και η αποδόμηση του πολιτικού"
Ν. Γ. Γεωργαράκης, Ν. Δεμερτζής (επιμ.)
ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ –
Gutenberg, 2015






Ο τόμος του ΕΚΚΕ σε επιμέλεια Ν. Γεωργαράκη και Ν. Δεμερτζή συγκεντρώνει αναλύσεις 34 συγγραφέων, συνθέτοντας ένα σημαντικό σημείο αναφοράς για την περίοδο της κρίσης από το 2009 έως τον Ιανουάριο του 2015 (εκλογές). Εξαιτίας των πυκνών και καταιγιστικών γεγονότων, των ανατροπών και της καθημερινής έντασης στην ειδησεογραφία, η περίοδος αυτή κινδυνεύει –όσο απομακρύνεται ως παρελθόν– να νεφελοποιείται και να απλοποιείται μανιχαϊστικά σε στερεότυπα σχήματα, προσαρμοσμένα στις μετέπειτα πιο πρόσφατες εξελίξεις και τις εκάστοτε επίκαιρες πολιτικές ερμηνείες της συγκυρίας. Γι αυτό και ο τόμος αποτελεί στέρεο σημείο αναφοράς με τις αναλύσεις και την πολυφωνία του προβληματισμού των συγγραφέων του, καθώς διαθέτει οργανωμένα στα κεφάλαιά του τα μεγάλα διακυβεύματα αυτής της πενταετίας, εκκινώντας από την αποδόμηση και τις μεταμορφώσεις του πολιτικού, τα κόμματα, τις εκλογικές αναμετρήσεις και την κοινωνία πολιτών και φτάνοντας στους μετασχηματισμούς της δημόσιας πολιτικής μέσα από την ανάλυση της οικονομικής κρίσης, των ΜΜΕ και των θεσμών. 

Τα κοινωνιολογικά εργαλεία που χρησιμοποιούν οι ερευνητές προκειμένου να εξετάσουν στο φως της συνέχειας βήμα προς βήμα τα δεδομένα, τις τομές, τις αντιφάσεις και τις ανατροπές, φέρνουν στο φως το πολυμορφικό πορτρέτο της χώρας κατά την κρίσιμη αυτή περίοδο αλλά και ένα πλούσιο ρεπερτόριο που αφορά την προ κρίσης περίοδο. Οι ερευνητές του ΕΚΚΕ και οι άλλοι επιστήμονες που συνεργάστηκαν σ’ αυτή την προσπάθεια αποτύπωσης, ανάλυσης και αναστοχασμού, αποφεύγουν οι περισσότεροι σε σημαντικό βαθμό τις εύκολες, κοινώς αποδεκτές εποχιακές ερμηνείες και σκάβουν βαθύτερα, αναζητώντας δομικές απαντήσεις. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο αναγνώστης νιώθει να κερδίζει από τη δουλειά που έχει προηγηθεί στο περιβάλλον του ερευνητικού κέντρου από μελετητές που παρακολουθούν συστηματικά και επεξεργάζονται τα δεδομένα αλλά και τη διεθνή σκηνή, συγκροτώντας έναν πυρήνα ανάλυσης με αξιώσεις, που εμπεριέχει όχι μόνο διαπιστώσεις αλλά και εργαλεία παρέμβασης. 
Το πορτρέτο που προκύπτει για τη χώρα αποτυπώνει, έτσι, όχι μόνο το τι συνέβη, τι έγινε λάθος και τις αιτίες τους αλλά, ορισμένες φορές, και το τι θα πρέπει να γίνει, τις αναδιαρθρώσεις, τις δημόσιες πολιτικές και την αλλαγή πορείας για να υπάρξει πρόοδος σε επίπεδο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό. Οι διαψεύσεις, οι αναντιστοιχίες και οι ασυνέπειες που περιγράφονται λειτουργούν και ως εργαλεία με τα οποία δεν ανασκάπτεται μόνο το παρελθόν αλλά με τα οποία μπορούν να καλλιεργηθούν κατάλληλα οι απαντήσεις και τα σχέδια για τις ανάγκες του μέλλοντος και, σίγουρα, μια νέα μεθοδολογία προσέγγισης, πιο αυστηρή και πιο συνεπής, προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα ακανθώδη προβλήματα που βιώνουμε. 
Από την πληθώρα των θεμάτων του τόμου, θα επιλέξω αναγκαστικά να σχολιάσω εδώ ελάχιστα μόνο ζητήματα που βρήκα πιο προκλητικά και κρίσιμα, θεωρώντας ότι η συζήτηση θα πρέπει να συνεχιστεί γύρω από όλα αυτά και με άλλους τρόπους.
Οι μεταμορφώσεις του πολιτικού, που αφορούν τις βασικές κατευθύνσεις στις πολιτικές συμπεριφορές, την τοποθέτηση στην αριστερά ή τη δεξιά, την πολιτική συμμετοχή και τη διαμαρτυρία στο πρώτο μέρος του τόμου μας προσφέρει μια πρώτη συνολική εικόνα των βαθύτερων αναταράξεων του πολιτικού πεδίου. Τα κόμματα και οι εκλογικές αναμετρήσεις, που αφορούν την ιδιαίτερη ανάλυση των μεταβολών του πολιτικού συστήματος, την ανανέωση των βουλευτών, τη χρηματοδότηση των κομμάτων, την άνοδο της Χρυσής Αυγής και την κουλτούρα της βίας, συμπληρώνουν τις λεπτομέρειες της παραπάνω εικόνας. Σε συνέχεια, η ανάλυση της κοινωνίας πολιτών στην εποχή της κρίσης, που αφορά την έκφραση και την κινητικότητα των μη κυβερνητικών οργανώσεων, τα συνδικάτα και τα κινήματα, συμπυκνώνει ίσως περισσότερο απ’ όλα τα παραπάνω τον τρόπο με τον οποίο λειτούργησαν οι δρώντες στο δημόσιο χώρο ως συλλογικότητες. Ιδιαίτερα η ανάλυση του Αλέξανδρου Αφουξενίδη, καθώς μάλιστα βασίζεται σε μια πολύχρονη έρευνα καταγραφής, δείχνει ανάγλυφα τις συνισταμένες, τις τάσεις, τις κατηγοριοποιήσεις και τα επίπεδα στα οποία λειτούργησαν οι οργανισμοί που γεννήθηκαν στους κόλπους της κοινωνίας πολιτών. 
Οι πίνακες με τις κατηγοριοποιήσεις των ελληνικών και ξένων ΜΚΟ, ο θεματικός τους προσανατολισμός, η γεωγραφική κατανομή αλλά και οι αντίστοιχοι των φορέων της ευρύτερης κοινωνίας των πολιτών είναι πολύ διαφωτιστικοί για να αντιληφθεί κάποιος το εύρος των προβλημάτων στα οποία αποπειράθηκε να απαντήσει με το δικό της ιδιαίτερο τρόπο η κοινωνία πολιτών. Κάτι το οποίο αποτέλεσε πρόκληση για την ίδια, καθώς μαζί με τα προβλήματα και την ανταπόκριση σ’ αυτά αναπτύχθηκαν και διαμορφώθηκαν νέου τύπου κοινωνικές παρεμβάσεις, στις οποίες προσανατολίστηκε ένας μεγάλος αριθμός πολιτών μέσα από συλλογικές πρωτοβουλίες και οργανώσεις του τρίτου τομέα. Σωστά, ωστόσο, ο συγγραφέας επισημαίνει ότι «η δυναμική των φορέων αυτών να λειτουργήσουν ως οργανώσεις συνδιαμόρφωσης πολιτικών ακυρώθηκε με αποτέλεσμα να μετατραπούν σταδιακά σε διαμεσολαβητές υλοποίησης εθνικών ή ευρωπαϊκών κοινοτικών προγραμμάτων». Αυτή η διαπίστωση έχει ιδιαίτερη σημασία και αξίζει να συζητηθεί σε κάποια άλλη ευκαιρία πιο διεξοδικά. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, διαμορφώθηκε μια νέα ραχοκοκαλιά στους κόλπους της κοινωνίας πολιτών, η οποία προώθησε στις συνθήκες κρίσης τις πρακτικές κοινωνικής αλληλεγγύης, την ανθρωπιστική βοήθεια, την προσφορά εθελοντικής εργασίας, και άνοιξε τον κοινωνικό ορίζοντα στη συμμετοχή νέων φοιτητών και επιστημόνων. Θα πρόσθετα μάλιστα, στο σημείο αυτό, ότι οι εξελίξεις του 2016 δίνουν στη συνέχεια νέα στοιχεία και περιεχόμενο σε αυτή την κατεύθυνση και αξίζει να αναλυθούν ιδιαίτερα οι τρόποι συνεργασίας των ελληνικών και ξένων ΜΚΟ στο πεδίο του προσφυγικού, η σχέση τους με την κεντρική κυβέρνηση, με οργανισμούς ομπρέλες που δρουν σε παγκόσμιο επίπεδο και με την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ, καθώς και οι αποφάσεις και χρηματοδοτήσεις της ΕΕ. 
Όλο αυτό το πλέγμα δεν έχει μόνο ενδιαφέρον από άποψη καταγραφής και κοινωνιολογικής ανάλυσης ή για τις επιπτώσεις του στο εθελοντικό κίνημα που μετατρέπεται σταδιακά σε επαγγελματική απασχόληση αλλά και από την άποψη της διαμόρφωσης ταυτοτήτων και πολιτισμικών αναπαραστάσεων για τη νέα, κυρίως, γενιά. Από αυτή την άποψη το παραπάνω άρθρο είναι χρήσιμο να διαβαστεί σε συνδυασμό με εκείνο των Κάρολου Ιωσήφ Καβουλάκου και Γιώργου Γριτζά, με τίτλο «Κινήματα κι εναλλακτικοί χώροι στην Ελλάδα της κρίσης. Μια νέα κοινωνία πολιτών». Σε αυτό, οι δύο συγγραφείς αναλύουν τους εναλλακτικούς πολιτικούς και οικονομικούς χώρους με το βλέμμα στραμμένο στα ζητήματα δημόσιου διαλόγου, δημοκρατίας, κοινωνικής ανισότητας, συμμετοχικών διαδικασιών και αμοιβαιότητας. Επισημαίνουν τα γεγονότα κοινωνικής διαμαρτυρίας, τις συγκρούσεις, τα κινήματα των πλατειών και τα εν γένει κοινωνικά εγχειρήματα, όπως τράπεζες χρόνου, κοινωνικά ιατρεία, παντοπωλεία, κ.λπ., υπογραμμίζοντας τις διαφορές τους από τις άλλες μορφές της κοινωνίας πολιτών, όπως οι ΜΚΟ και τα ιδρύματα. Μας οδηγούν στο κομβικό πεδίο που οφείλουμε να εξετάσουμε, δηλαδή στη σύνδεση των τριών αυτών πλεγμάτων της κοινωνίας πολιτών που είναι οι ΜΚΟ, τα κινήματα και τα ιδρύματα, στο βαθμό που επιχειρούν καθένα με το δικό τρόπο και στόχους μια κοινωνική παρέμβαση εκ παραλλήλου, στη σκιά του ή σε συνεργασία με το κράτος. Ο βαθμός αποτελεσματικότητας, το κόστος-όφελος, το πλαίσιο λειτουργίας αυτής της «συναρμογής», της οποίας η παρουσία εντάθηκε στην εποχή της κρίσης, είναι σημαντικά τόσο για την κοινωνία των πολιτών ως τέτοια, όσο και για το ίδιο το κράτος. Πολύ περισσότερο, ωστόσο, θα πρέπει να δούμε με προσοχή τις πολιτισμικές αναπαραστάσεις που αυτό παράγει και θέτει σε κίνηση, γιατί αυτές θα αποτελέσουν τον οδηγό για το μέλλον της κοινωνίας μας και για το πώς αντιλαμβανόμαστε τους εαυτούς μας και τους Άλλους.
Οι μετασχηματισμοί των δημόσιων πολιτικών που περιλαμβάνονται στο δεύτερο μέρος του τόμου, αφορούν καταρχάς τις διαρθρωτικές αλλαγές και τη δημόσια διοίκηση με το βλέμμα στο παρελθόν σαν πεδίο αναποτελεσματικών μεταρρυθμιστικών προσπαθειών και την κρίση μέσω των μνημονίων σαν δέσμευση απορρέουσα από τις δανειακές συμβάσεις. Η υπογράμμιση, ωστόσο, του συγγραφέα Ν. Τσέκου ότι «οι αναφορές στα ευρύτερα θέματα της δομικής διοικητικής μεταρρύθμισης είναι περιορισμένες» υποδηλώνει τον περιορισμό και τη ρηχότητα των αλλαγών προς μια εργαλειακή περισσότερο, και λιγότερο μια διαρθρωτική κατεύθυνση. Το κείμενο που ακολουθεί, σχετικά με την οικονομική κρίση και το κράτος πρόνοιας, του Σάββα Ρομπόλη αποτελεί, με τον ευρύ προβληματισμό και τη στοχευμένη επιχειρηματολογία του, ένα κεφάλαιο-κλειδί στον τόμο. Εκκινώντας από την κρίση της πραγματικής οικονομίας που αγγίζει τα θέματα της παραγωγής, της απασχόλησης και του εισοδήματος της μισθωτής εργασίας στέκεται απέναντι στο μεγάλο ζήτημα της ανάπτυξης, διατυπώνοντάς το ως εξής: «Η εναλλακτική στρατηγική ανασυγκρότησης της οικονομίας αλληλοτροφοδοτεί την ανάπτυξη με την απασχόληση και την ανασύσταση του κράτους πρόνοιας καθώς και την αποκλιμάκωση του χρέους». 
Ο συγγραφέας, στραμμένος στον ευρωπαϊκό ορίζοντα, αντιμετωπίζει το πλέγμα αυτών των προβλημάτων μέσα στο πλαίσιο των πολιτικών αποφάσεων της ΕΕ θεωρώντας ότι «η επίτευξη του στόχου της βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου και της ενίσχυσης του κοινωνικού κράτους στα κράτη-μέλη προϋποθέτει την επανεξέταση των προτεραιοτήτων και τη διατύπωση νέων επιλογών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, της οικονομικής και της κοινωνικής πολιτικής». Το νέο χάρτη διεύρυνσης των γεωγραφικών ανισοτήτων εξετάζει το κείμενο του Γιάννη Ψυχάρη, με μια σειρά γραφημάτων που δείχνουν ανάγλυφα τις δυσμενείς μεταβολές στις περιφερειακές ανισότητες. Δύο εκτενή κείμενα αφιερώνονται στο φλέγον θέμα της μετανάστευσης. Ο Νίκος Γεωργαράκης αναλύει την πολιτική για τη μετανάστευση και οι Χριστίνα Βαρουξή και Χαρά Στρατουδάκη την ένταξη των μεταναστών. Καθώς τον τελευταίο χρόνο η χιονοστιβάδα των προβλημάτων που προέκυψαν στο πεδίο αυτό υπήρξε καταιγιστική, τα δύο κείμενα αποτελούν μιας πρώτης τάξεως εισαγωγή σε ένα θέμα που εξελίσσεται κάτω από τα μάτια μας με μεγάλη πυκνότητα, ταχύτητα και απρόβλεπτες διαστάσεις. Οι παρατηρήσεις των συγγραφέων δείχνουν πόσο αναγκαία και κρίσιμη αποδεικνύεται η μεταναστευτική πολιτική ως μια πολιτική που πρέπει να συνδέεται και να διατρέχει με τις προτεραιότητές της πολλές από τις άλλες δημόσιες πολιτικές, όπως η προνοιακή, η εκπαιδευτική, η πολιτισμική. Τέλος, μια σειρά πολύ ενδιαφερόντων άρθρων για το επικοινωνιακό σύστημα, τις ειδήσεις της κρίσης, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, το διαδικτυακό ραδιόφωνο ρίχνουν φως στο θέμα που επίσης θα έβλεπε σημαντική εξέλιξη μέσα στο 2016. Ισχύει κι εδώ ό,τι σχολιάσαμε παραπάνω, δηλαδή ότι τα κείμενα αυτά είναι θεμελιώδη για να διαβάσει κάποιος με μεγαλύτερη ευκρίνεια και να κατανοήσει τις σημερινές εξελίξεις και, φοβάμαι, και τις αυριανές. 

Να σημειώσω ακόμη ότι η πλούσια βιβλιογραφία που ακολουθεί κάθε κείμενο του τόμου είναι εξαιρετικά χρήσιμη, καθώς συγκεντρώνει τις κυριότερες πηγές στις οποίες μπορεί κάποιος να ανατρέξει προκειμένου να επεκτείνει τη γνώση του σε μια συγκεκριμένη θεματική. 

___________
ΥΓ. Η μελέτη αυτού του τόμου κράτησε αρκετούς μήνες, καθώς δεν ταίριαζε στο γνωστό ταχύ ρυθμό της φιλαναγνωστικής περιέργειας αλλά απαιτούσε την παρεμβολή μεγάλων χρονικών παύσεων για σκέψη και, ορισμένες φορές, αναθεώρηση προσωπικών απόψεων. Παράλληλα, στο ίδιο αυτό διάστημα διάβαζα την Αθηναίων Πολιτεία του Αριστοτέλη, επιτρέποντας στον εαυτό μου να διασταυρώνει προβληματισμούς που ανέκυπταν από τα δύο βιβλία. Η πολιτική οπτική που προέκυψε μέσα από τα δύο διασταυρούμενα κείμενα υπήρξε για μένα ανακουφιστική και, όσο κι αν φανεί παράδοξο, αισιόδοξη, καθώς οι δρώντες αναδεικνύονταν σταθερά ζωντανοί και αξιόμαχοι ακόμη και μέσα στο περιβάλλον των οξύτερων κρίσεων, υποκείμενα του καλού και του κακού μαζί, αντίπαλοι έτοιμοι να επιχειρηματολογήσουν και παλέψουν για τις ιδέες τους. Οι κρίσεις δεν σήμαιναν το τέλος του κόσμου αλλά κήρυσσαν τον πόλεμο της διεκδίκησης και του ελέγχου της εξουσίας, της συμμετοχής και της δημοκρατικής πεποίθησης, μια αναδιαπραγμάτευση που απαιτεί αντοχές, επιμονή και επινοητικότητα. Εκεί νιώθω ότι βρισκόμαστε και σήμερα.



(*) Η Μυρσίνη Ζορµπά είναι διδάκτωρ πολιτικών επιστηµών και ερευνήτρια πολιτισµικής πολιτικής. Σπούδασε νοµικά στο Πανεπιστήµιο Αθηνών και στο µεταπτυχιακό τµήµα Φιλοσοφίας του Δικαίου στο Πανεπιστήµιο της Ρώµης. Υπήρξε µέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (2000-2004). Διετέλεσε διευθύντρια του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (1995-1999). Υπήρξε συνεκδότρια του εκδοτικού οίκου Οδυσσέας, του οποίου την εκδοτική παραγωγή διηύθυνε επί δύο δεκαετίες, ενώ επιµελήθηκε και µετέφρασε πολυάριθµα βιβλία. Διετέλεσε διευθύντρια του Βιοµηχανικού Μουσείου Σύρου. Δίδαξε στο µεταπτυχιακό τµήµα Διοίκησης Πολιτιστικών Μονάδων του Ε.Α.Π. Έχει γράψει µονογραφίες, άρθρα και βιβλία, µεταξύ των οποίων:Πολιτική του Πολιτισμού. Ευρώπη & Ελλάδα στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα (Πατάκης, 2014), «La politique culturelle de la Grèce», στο Ph. Poirrier (επιµ.), Pour une histoire des politiques culturelles dans le monde 1945-2011 (La documentation Française, 2011), «Ηγεµονία και µετα-ηγεµονία στις πολιτισµικές σπουδές», στο Γ. Βούλγαρης (επιµ.),Στα µονοπάτια του Αντόνιο Γκράµσι – Πολιτική και πολιτισµός από το έθνος-κράτος στην παγκοσµιοποίηση (Θεµέλιο, 2010), «Conceptualizing Greek Cultural Policy»,International Journal of Cultural Policy (2009), «Η Μελίνα Μερκούρη και η πολιτισµική πολιτική» και «Πολιτιστικές Πρωτεύουσες της Ευρώπης», στο Β. Βαµβακάς και Π. Παναγιωτόπουλος (επιµ.), Λεξικό της δεκαετίας του ’80 (το Πέρασµα, 2010), «Ανδρέας Παπανδρέου. Πολιτιστικό πορτρέτο», στο Β. Παναγιωτόπουλος (επιµ.), Ο Ανδρέας Παπανδρέου και η εποχή του (Ελληνικά Γράµµατα, 2009), «Le Livre en Grèce après la Deuxième Guerre Mondiale», Dictionnaire encyclopédique dulivre et de l’édition (Electre, Paris 2005), Από τα Εξάρχεια στις Βρυξέλλες (Οδυσσέας, 2004), Η κρατική πολιτική βιβλίου στην Ελλάδα (Οδυσσέας, 1995).

______

Πέμπτη, 7 Απριλίου 2016

Θέσεις - τριμηνιαία επιθεώρηση - Αναλύσεις, Κριτική, Ζητήματα της πάλης των τάξεων

Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις νήσος το τεύχος 132 (Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2015) της τριμηνιαίας επιθεώρησης οικονομικής και πολιτικής θεωρίας Θέσεις (http://www.theseis.com/). Σ’ αυτό το τεύχος των Θέσεων η Συντακτική Επιτροπή (Πληβείοι εναντίον πατρικίων-http://www.theseis.com/index.php…) αναλύει τη νέα συγκυρία που διαμορφώθηκε από την επάνοδο των λαϊκών μαζών στο προσκήνιο και την πανηγυρική απόρριψη με 61,3% στο Δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου των προτάσεων των δανειστών, που απαιτούσαν τη συνέχιση των πολιτικών υπέρ του κεφαλαίου και της ελληνικής ολιγαρχίας.
Ακολουθεί το άρθρο του Κ. Αναστασίου, No direction home. Η επαγγελία του αδύνατου «ήπιου νεοφιλελευθερισμού», το οποίο εξετάζει κριτικά την πολιτική στρατηγική της ελληνικής κυβέρνησης κατά τους πέντε πρώτους μήνες στην εξουσία. Στη συνέχεια, ο Γιάννης Μηλιός, με το άρθρο του Θέσεις για την κρίση και τη λιτότητα, σκιαγραφεί το χαρακτήρα της εντεινόμενης ταξικής σύγκρουσης σε Ελλάδα και Ευρώπη και διερευνά τους όρους υπό τους οποίους ο ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να αμφισβητήσει το νεοφιλελεύθερο πλαίσιο.
Στα δύο επόμενα άρθρα, ο Οδυσσέας Αϊβαλής μελετά τις επισφαλείς μορφές εργασίας ως τεχνική εξουσίας, ενώ ο Βασίλης Δρουκόπουλος, (Πάμε, αλήθεια, 800 χρόνια πίσω;) εξετάζει την απαίτηση για υπαγωγή όλων των κοινών και δημόσιων αγαθών στο ιδιωτικό κεφάλαιο, εκκινώντας την ανάλυσή του από το πλαίσιο που πριν από οκτώ αιώνες έθετε η Magna Carta.
Ακολούθως δημοσιεύονται οι μελέτες του Γιάννη Μαραμαθά, Η μέθοδος της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας: Η διαδρομή του Μαρξ από τα Χειρόγραφα του 1844 στο Κεφάλαιο, του Σπύρου Σακελλαρόπουλου, Ο ακήρυκτος ελληνοκυπριακός εμφύλιος (1944-49) και του Δημήτρη Αρκάδα, «Το κατά αντικομμουνιστήν Ευαγγέλιον»: Δυνάμεις του εμφυλίου πολέμου στην πολιτικο-θρησκευτική ιδεολογία της ελληνικής εκκλησιαστικής διοίκησης.
Η ύλη του τεύχους ολοκληρώνεται με το άρθρο του Γιώργου Καλαμπόκα, Προς μια νέα πρακτική της πολιτικής, στο οποίο γίνεται εκτενής παρουσίαση και σχολιασμός του βιβλίου του Étienne Balibar, Κράτος, μάζες, πολιτική.